Διοτίμα > Νέα > Νέα > Υποεκπροσωπούνται οι γυναίκες στην επιστήμη

Υποεκπροσωπούνται οι γυναίκες στην επιστήμη

Author:
admin
Posted in:
Νέα
Comments:
Χωρίς σχόλια

Η 11η Φεβρουαρίου έχει καθιερωθεί από τη Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (22/12/2015) ως η Διεθνής Ημέρα για τις Γυναίκες και τα Κορίτσια στην Επιστήμη: «η σημερινή ημέρα αποτελεί ευκαιρία να πάρουμε θέση, να σπάσουμε τα στερεότυπα, να διατρανώσουμε ότι ο κόσμος χρειάζεται την επιστήμη και η επιστήμη τις γυναίκες. Πρέπει να ενθαρρύνουμε και να υποστηρίζουμε τα κορίτσια και τις γυναίκες να αξιοποιούν πλήρως το δυναμικό τους ως επιστημονικοί ερευνητές και καινοτόμοι» αναφέρει σε μήνυμα του ο διεθνής οργανισμός.

Η Παγκόσμια αυτή Ημέρα επιδιώκει να κάνει ορατή τη διαχρονική υπο-εκπροσώπηση των γυναικών στην επιστήμη.  Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι από τον 17ο αιώνα, οπότε η επιστήμη αποκτά τη νεωτερική της έννοια, πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι. Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, η προηγούμενη εικόνα της ολοκληρωτικής απουσίας των γυναικών από τους επιστημονικούς κλάδους σταδιακά άρχισε να ανατρέπεται.

Σε αυτή την κατεύθυνση σημαντική ήταν και η συμβολή της πολωνής φυσικού Μαρί Σκλοντόφσκα – Κιουρί, της πρώτης επιστημόνισσας που βραβεύτηκε με Νόμπελ Φυσικής το 1903 και Νόμπελ Χημείας το 1911. Πρόκειται για τον πρώτο άνθρωπο που πήρε δύο Νόμπελ και τον μοναδικό που έχει Νόμπελ σε διαφορετικές επιστήμες. Η επιστημονική της πορεία μάλιστα αποτέλεσε έμπνευση για πολλές γυναίκες και επιστήμονες στην Ευρώπη.

Παραμένει το έμφυλο χάσμα

Παρόλα αυτά ακόμη και σήμερα το έμφυλο χάσμα στις επιστήμες παραμένει. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και σήμερα, λιγότερο από το 30% των ερευνητών παγκοσμίως είναι γυναίκες, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Με βάση τα στοιχεία της UNESCO (2014-2016), σε παγκόσμιο επίπεδο, η εγγραφή των γυναικών είναι ιδιαίτερα χαμηλή στον τομέα της Πληροφορικής (3%), στις φυσικές επιστήμες, στα μαθηματικά και στη στατιστική (5%) και στη μηχανική, τη βιομηχανία και τις κατασκευές (8%).

Είναι εμφανές ότι η ανισότητα στην επιστημονική σταδιοδρομία δεν έχει υπερκεραστεί ούτε με την επιτευχθείσα ισότητα στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η οποία είναι γεγονός, τουλάχιστον στη μεταπολεμική Δύση. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν αυτή τη στιγµή την πλειοψηφία του συνόλου των σπουδαζόντων φοιτητών, αποτελούν παγκοσµίως µια µικρή µειοψηφία στις επιστηµονικές θέσεις εργασίας υψηλού επιπέδου.

Διακρίσεις, στερεότυπα και ανισόρροπη εκπροσώπηση

Από τα παραπάνω δεδομένα γίνεται αντιληπτό ότι οι γυναίκες ακόμη και σήμερα δεν έχουν τη θέση, που τους αναλογεί στην επιστημονική κοινότητα.  Για ποιους λόγους συμβαίνει αυτό; Οι υπαρκτές έμφυλες διακρίσεις στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική ζωή αντανακλώνται, όπως είναι απολύτως λογικό, και στην επιστήμη, η οποία αποτελεί πολιτισμικό παράγωγο της.

Επιπλέον μια σειρά από προκαταλήψεις και έμφυλα στερεότυπα – σχετικά με τις επιδόσεις και τις δυνατότητες των γυναικών σε τομείς, όπως η φυσική, τα μαθηματικά, η χημεία κι άλλοι επιστημονικοί κλάδοι, λειτουργούν αποτρεπτικά στην πρόσβαση των γυναικών σε διάφορους επιστημονικούς κλάδους.   Το έμφυλο χάσμα στην επιστήμη διαιωνίζεται και λόγω της έλλειψης ισορροπίας στην εκπροσώπηση των δύο φύλων στη λήψη αποφάσεων σχετικά µε την επιστημονική πολιτική.

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα οι γυναίκες επωμίζονται την κοινωνική αναπαραγωγή, τη φροντίδα τους σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών, την περίθαλψης των γηραιότερων μελών της οικογένειας, ιδίως στις χώρες που το κράτος κοινωνικής πρόνοιας καταρρέει υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης. Το δεδομένο αυτό  δημιουργεί διάφορες ανισορροπίες μεταξύ  επαγγελµατικής/προσωπικής ζωής, δυσχεραίνοντας  την επιστημονική σταδιοδρομία των γυναικών.

Η λήψη θετικών μέτρων δράσης προκειμένου να υποστηριχθεί η θέση των γυναικών στην επιστήμη, η ενθάρρυνση της συµµετοχής των γυναικών στην επιστηµονική σταδιοδροµία και έρευνα, αποτελούν αναγκαία βήματα για τη γεφύρωση του χάσματος των φύλων στην επιστήμη, για τη θεμελίωση της ισότιμης πρόσβασης των γυναικών και των κοριτσιών σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους, αλλά και στα όργανα λήψης αποφάσεων σχετικά µε την επιστημονική πολιτική.