Διοτίμα > Νέα > Δελτία Τύπου > ΔΤ| Γυναικοκτονίες είναι

ΔΤ| Γυναικοκτονίες είναι

Posted by: Διοτίμα
Category: Δελτία Τύπου, Νέα

Οι τρεις (3) τραγικές γυναικοκτονίες που έγιναν μέσα σε 48 ώρες, με διαφορά μερικών μόνον ημερών από τις δύο (2) άγριες μητροκτονίες στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης και στο Ηράκλειο της Κρήτης (μιας 79χρονης και μια 67χρονης γυναίκας από τους γιούς τους), ανεβάζοντας το αριθμό των δολοφονημένων γυναικών σε δεκατρείς (13), καταδεικνύουν για ακόμη μια φορά τις μεγάλες διαστάσεις και ανήκεστες συνέπειες της έμφυλης βίας και στην Ελλάδα.

Το συνεχές της έμφυλης βίας

Καταδεικνύουν επίσης ότι η έμφυλη βία σε όλες τις μορφές της (σωματική κακοποίηση, σεξουαλική βία, ψυχολογική κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση, οικονομική βία και στέρηση πόρων, βιασμός, κ.λ.π.) αποτελεί ένα συνεχές, ακραία μορφή της οποίας είναι η γυναικοκτονία. Το πατριαρχικό και σεξιστικό υπόβαθρο των οικογενειακών/ συντροφικών σχέσεων αποτελεί το κατεξοχήν – αν και όχι το μοναδικό – έδαφος για την όξυνση της έμφυλης βίας, η οποία συμβαίνει και εκτυλίσσεται σε καθημερινή και συστηματική βάση, υπονομεύοντας την ελευθερία και αυτοδιάθεση των γυναικών (συντρόφων, συζύγων, μητέρων, θυγατέρων, εργαζόμενων, φοιτητριών, κ.λπ.) και το δικαίωμά τους σε μια αξιοβίωτη ζωή.

Τι διαιωνίζει το φαινόμενο;

Και εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε για την ανθεκτικότητα των βαθειά εμπεδωμένων πατριαρχικών σχέσεων εξουσίας και των ανδροκρατικών αντιλήψεων, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες ως υποτελείς των ανδρών παραμένουν έκθετες στο «σωφρονισμό» και την «τιμωρία», μέσω της άσκησης ελέγχου και κάθε μορφής έμφυλης βίας.

Θα πρέπει να αναρωτηθούμε και για τους ορατούς ή αόρατους μηχανισμούς (θεσμικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς/πολιτισμικούς) που δρουν καταλυτικά στη διαιώνιση ή και παρόξυνση του φαινομένου.

Πώς, για παράδειγμα, προκαλείται δευτερογενής θυματοποίηση των επιζωσών μέσω της ανεπαρκούς απόκρισης, της απάθειας των αρμόδιων αστυνομικών και δικαστικών αρχών ή της αποθάρρυνσης των γυναικών να κινήσουν περαιτέρω διαδικασίες.

Και πώς στοχοποιούνται ή και στιγματίζονται τα θύματα μέσω της υπονόμευσης του λόγου και των μαρτυριών τους και της επίρριψης ευθυνών (victim blaming) για όσα βιώνουν, ενώ παράλληλα επινοούνται πλείστες όσες δικαιολογίες για τους θύτες (κακοποιητές/βιαστές/γυναικοκτόνους), από ένα σύστημα που φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά την αρχή της μηδενικής ανοχής απέναντι στην έμφυλη βία.

Ερώτηματα που εγείρονται

Αν δούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πρόσφατων γυναικοκτονιών, της 56χρονης Γεωργίας από το Ρέθυμνο, της 41χρονης Ελεονώρας από τη Ζάκυνθο και της 17χρονης Νικολέτας από το Περιστέρι,  όπως και των δύο (ανώνυμων) γυναικών που δολοφονήθηκαν από τους γιούς τους, διαπιστώνουμε ότι μαρτυρούν όσα περιγράφουν εύγλωττα γυναικείες και φεμινιστικές συλλογικότητες χρόνια τώρα και εγείρουν ερωτήματα όπως:

  • Αν και πώς υποστηρίζεται μια γυναίκα που επιδιώκει την απελευθέρωσή της από μια κακοποιητική σχέση, άρα πώς δρα η συντεταγμένη πολιτεία και πώς δρούμε συλλογικά για την πρόληψη και προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας.
  • Αν το στενό και ευρύτερο περιβάλλον είναι βοηθητικό προς αυτήν την κατεύθυνση ή αντίθετα είναι αποθαρρυντικό ή στιγματίζει όσες τολμήσουν να μιλήσουν και να καταγγείλουν. Προκαλεί οργή η υπουργική διαπίστωση περί σύνθετης υπόθεσης προκειμένου να δικαιολογηθούν αδράνειες και εμπόδια που διαπιστωμένα υπάρχουν στην αλυσίδα των υπηρεσιών υποστήριξης και προστασίας των γυναικών από την έμφυλη βία.
  • Αν αρκεί η έμφαση στην καταγραφή του αριθμού των δολοφονημένων γυναικών και στη χρήση του όρου γυναικοκτονία από τα ΜΜΕ όταν απουσιάζει σχεδόν εντελώς η καταγραφή και κριτική παρουσίαση της καθημερινής, χρόνιας και συστημικής έμφυλης βίας που υφίστανται οι γυναίκες στον ιδιωτικό τους χώρο, στις συντροφικές/συζυγικές σχέσεις, στην εργασία τους, στον δημόσιο χώρο, σε χώρους εκπαίδευσης, άθλησης, ψυχαγωγίας, στο διαδίκτυο, κ.λπ.
  • Αν διασφαλίζεται επαρκώς η προστασία και η ασφάλεια των επιζωσών – ευθύνη των αρμόδιων φορέων και επαγγελματιών – με δεδομένο μάλιστα ότι η προσωπική ασφάλεια είναι θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Νομική αναγνώριση

Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο η πολιτεία να προτάξει τα εξής:

  • Την άμεση λήψη μέτρων για την πρόληψη της έμφυλης βίας και την εξάλειψη των σεξιστικών, ρατσιστικών, ομοφοβικών στερεοτύπων και ακραίων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων για τη σεξουαλικότητα, τη μητρότητα, τη συντροφικότητα και το φύλο.
  • Τον ανοιχτό δημόσιο διάλογο για τη συναίνεση και το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των γυναικών και των θηλυκοτήτων σε μια ζωή χωρίς βία.
  • Την νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας η οποία καταρχάς θα συμβάλλει στην ανάδειξη της ζοφερής κοινωνικής πραγματικότητας και των σεξιστικών κινήτρων αυτού του ιδιώνυμου εγκλήματος και κατά δεύτερον στην κατανόηση της διττής/πληθυντικής διάστασης της γυναικοκτονίας, η οποία αφενός είναι ακραία εγκληματική πράξη και αφετέρου ακραία θανατηφόρα μορφή έμφυλης βίας. Η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας είναι ένας από τους τρόπους να γίνει ορατό το φαινόμενο ώστε να αναδειχθεί η κοινωνική και έμφυλη διάστασή του και να τονιστεί ότι πρόκειται για ένα έγκλημα που τελείται στη βάση έμφυλων διακρίσεων και άνισων σχέσεων εξουσίας, στοιχεία που δεν μπορεί να καλύψει ο Ποινικός Κώδικας σήμερα. Το Κέντρο Διοτίμα σε αντίθεση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, θεωρεί ότι η εισαγωγή του όρου γυναικοκτονία στον Ποινικό Κώδικα δεν θα οδηγούσε συνταγματικά και ηθικά σε μια «σχετικοποίηση» της ανθρώπινης ζωής. Η τυποποίηση της γυναικοκτονίας δεν εισάγει αντισυνταγματική διάκριση με βάση το φύλο εφόσον δεν θεωρούνται όλες οι ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες και θηλυκότητες και δράστες άνδρες ως γυναικοκτονίες. Επίσης το Κέντρο Διοτίμα είναι αντίθετο με ακροδεξιές και νεοσυντηρητικές προσεγγίσεις που προωθεί ο σωφρονιστικός φεμινισμός (carceral feminism) και οι alt right αντιλήψεις, επιδιώκοντας αυστηροποίηση των ποινών και επιβολή  αυστηρότερου κοινωνικού ελέγχου. Από κοινού με τις φεμινιστικές οργανώσεις και συλλογικότητες διεκδικούμε την ανάδειξη και την κατανόηση των αιτιών που μπορούν να οδηγήσουν σε μια γυναικοκτονία θεωρώντας την ακραία κατάληξη του συνεχούς (continuum) της έμφυλης βίας.

Επιπλέον μέτρα σε θεσμικό επίπεδο

Παράλληλα, έχοντας επίγνωση ότι η νομοθεσία από μόνη της δεν αρκεί για την ανατροπή και εξάλειψη των σεξιστικών στερεοτύπων και έμφυλων ανισοτήτων, θεωρούμε ότι σε θεσμικό επίπεδο είναι επιπλέον αναγκαίο

  • να αυξηθούν και να ενισχυθούν οι υφιστάμενες δημόσιες δομές υποστήριξης των επιζωσών έμφυλης βίας (συμβουλευτικά κέντρα και ξενώνες φιλοξενίας των ΓΓΙΦ,ΚΕΘΙ και ΟΤΑ) με ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους,
  • να αυξηθεί και μονιμοποιηθεί το προσωπικό που στελεχώνει τις παραπάνω δομές και να διασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας του Δικτύου των δομών
  • να διασφαλιστεί η άμεση απόκριση των διωκτικών και δικαστικών αρχών με γνώμονα και μέλημα την ασφάλεια και την προστασία της ζωής των θυμάτων και των παιδιών τους και την απονομή δικαιοσύνης με δεδομένο μάλιστα ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία προβλέπεται η αυτεπάγγελτη δίωξη των αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στον Ν. 3500/2006 και στον Ν. 4531/2018.

Τέλος, όπως τονίζεται από διεθνείς οργανισμούς (π.χ. ΟΗΕ, Συμβούλιο της Ευρώπης, κ.λπ.) είναι σκόπιμο και αναγκαίο η Πολιτεία να ενισχύει και να συνεργάζεται στενά με τις γυναικείες/ φεμινιστικές ΜΚΟ που υποστηρίζουν συστηματικά επιζώσες έμφυλης βίας στηρίζοντας εμπράκτως το έργο τους.