Διοτίμα > Νέα > Δημοσιεύσεις > Μελέτες-Έρευνες > Συνοπτική Παρουσίαση | Έρευνα για την Αντιμετώπιση της Έμφυλης Βίας στον Προσφυγικό και Μεταναστευτικό Πληθυσμό

Συνοπτική Παρουσίαση | Έρευνα για την Αντιμετώπιση της Έμφυλης Βίας στον Προσφυγικό και Μεταναστευτικό Πληθυσμό

Author:
admin
Posted in:
Δημοσιεύσεις, Μελέτες-Έρευνες
Comments:
Χωρίς σχόλια

Τον Ιανουάριο του 2018, η UNICEF ανέθεσε στο ΚΓΜΕ ΔΙΟΤΙΜΑ να διεξάγει έρευνα για τις υπηρεσίες αντιμετώπισης έμφυλης βίας στον προσφυγικό και μεταναστευτικό πληθυσμό (κορίτσια, αγόρια, άνδρες, γυναίκες) στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα σχετικά με την κάλυψη των αναγκών και τα εμπόδια στην πρόσβαση όσον αφορά αυτές τις υπηρεσίες, ώστε να εξετάσει τη λειτουργικότητα του συστήματος απόκρισης στην έμφυλη βία και να διατυπώσει προτάσεις πολιτικής που θα συμβάλουν στη βελτίωση της υφιστάμενης ικανότητας απόκρισης, ιδίως ενόψει του αυξανόμενου ρόλου του κράτους.

Η έρευνα διεξήχθη με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, το 2018.

Εισαγωγικό πλαίσιο

Από το 2015 έως το 2016 η Ελλάδα γνώρισε μια πρωτοφανή σε αριθμό, είσοδο αιτούντων/αιτουσών άσυλο.

H άφιξη στη χώρα εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, με πολύ διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, όσον αφορά στην εθνική προέλευση, στο φύλο, στην ηλικία, στο πολιτιστικό υπόβαθρο, καθώς και οι αναδυόμενες ανάγκες τους έθεσαν το υφιστάμενο εθνικό σύστημα απόκρισης υπό πίεση.

Εντός αυτού του εξαιρετικά δύσκολου πλαισίου, προτεραιότητα ήταν η διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η εξασφάλιση της προστασίας και της ασφάλειας του πληγέντος πληθυσμού, ιδίως των πιο ευάλωτων ομάδων, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και τα άτομα που επέζησαν περιστατικών έμφυλης βίας –γυναίκες, άνδρες και παιδιά– και/ή τα άτομα που κινδυνεύουν να υποστούν έμφυλη βία, όπως τα ασυνόδευτα παιδιά.

Μία ακόμα πρόκληση ήταν ότι το εθνικό σύστημα προστασίας από την έμφυλη βία επικεντρώνεται αποκλειστικά σε γυναίκες που επέζησαν τέτοιων περιστατικών.

Επομένως προκύπτει ως επείγουσα ανάγκη να αναπτυχθεί στην Ελλάδα ένα επίπεδο απόκρισης που δε θα περιλαμβάνει μόνο την επαρκή διαχείριση της πολιτισμικής διαφοροποίησης των εξυπηρετούμενων, αλλά και τις ανάγκες υποστήριξης άλλων ομάδων και ατόμων που βιώνουν έμφυλη βία, όπως είναι οι άνδρες και τα παιδιά.

Η διεθνής ανθρωπιστική κοινότητα παρείχε σημαντική βοήθεια, καθώς και τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό/δεξιότητες, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες και συνέδραμε το κράτος στην απόκρισή του στον αυξημένο κίνδυνο σεξουαλικής βίας που αντιμετώπιζαν γυναίκες, άντρες και παιδιά στα κέντρα υποδοχής εν μέσω εντάσεων και συνωστισμού.

Αυτές οι εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση του συστήματος απόκρισης –τόσο της προστασίας και της ασφάλειας που παρέχει, όσο και των υπηρεσιών και των διαδικασιών λειτουργίας τους– προς ένα μεγαλύτερο εύρος δικαιούχων, όσον αφορά στον εντοπισμό των ατόμων που επέζησαν, στην παροχή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, στην ασφαλή στέγαση, στην υγειονομική περίθαλψη, στη νομική βοήθεια, στη διερμηνεία, στο σύστημα παραπομπών και στο απαιτούμενο εξειδικευμένο προσωπικό.

Όπως περιγράφηκε παραπάνω, σε σύγκριση με την κατάσταση στην Ελλάδα το 2015 και το 2016, η απόκριση στην έμφυλη βία σημείωσε σημαντική πρόοδο.

Ένας αυξανόμενος αριθμός περιστατικών έμφυλης βίας κατά των γυναικών έλαβε βοήθεια μέσω υπηρεσιών που προσέφεραν δημόσιες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, κυρίως μέσω των συνεργασιών με τοπικές οργανώσεις στις οποίες παρείχαν εξειδικευμένες γνώσεις και τεχνογνωσία διεθνείς Οργανισμοί και ΜΚΟ που ενεργοποιούνταν με χρηματοδότηση από το ECHO και άλλα ταμεία των Ηνωμένων Εθνών, τα προηγούμενα 2-3 χρόνια.

Παράλληλα με αυτό, η ικανότητα του δημόσιου συστήματος να δέχεται προσφύγισσες επιζώσες έχει ενισχυθεί από παράγοντες όπως: το εκπαιδευμένο προσωπικό, η διαθεσιμότητα υπηρεσιών διερμηνείας, ο διορισμός του ΚΕΕΛΠΝΟ ως αρμοδίου οργάνου για την (ιατρική) διαχείριση των περιστατικών στις ανοιχτές δομές φιλοξενίας και τα ΚΥΤ, καθώς και η υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου Συνεργασίας μεταξύ των δημοσίων φορέων και του Ιατρικού Πρωτοκόλλου για την άμεση αντιμετώπιση των περιστατικών βιασμού (PEP) στα δημόσια νοσοκομεία.

Ενδεικτικά, ελαφρά πρόοδος στην απόκριση του δημόσιου συστήματος, παρατηρείται από τον σχετικά μεγαλύτερο αριθμό επιζωσών που επικοινώνησαν με τη γραμμή βοήθειας (7% προσφύγισσες το 2017, 9% το 2018) και των γυναικών προσφύγων που φιλοξενήθηκαν στους ξενώνες (184 το 2016, 224 το 2018).

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής, κενά στην κάλυψη των αναγκών και δυσκολίες πρόσβασης στις υπηρεσίες αρωγής παραμένουν, χρήζοντας άμεσης ανταπόκρισης, πολλώ δε μάλλον, που η αντιμετώπιση του φαινομένου της έμφυλης βίας παραμένει διεθνώς ένα θέμα το οποίο δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις, ιδίως όσον αφορά στο προσφυγικό πλαίσιο, όπου η κατανόηση των κοινωνικών και πολιτισμικών καθοριστικών παραγόντων μπορεί να δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες.

Επιπλέον, το σύστημα απόκρισης σε περιστατικά έμφυλης βίας στον προσφυγικό πληθυσμό υφίσταται σήμερα διαρθρωτικές αλλαγές, λόγω της μετάβασής του από μια απόκριση στην οποία κεντρικό ρόλο κατά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης είχαν κυρίως διεθνείς οργανώσεις και ΜΚΟ, σε μια απόκριση στην οποία ο δημόσιος τομέας αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο.

Ως εκ τούτου, υπήρξε επιτακτική ανάγκη να εκτιμηθεί η πρόοδος που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής, να αξιολογηθούν οι τρέχουσες πολιτικές προσεγγίσεις και να διερευνηθούν βιώσιμες μελλοντικές διέξοδοι.

Πλαίσιο έρευνας

Με βάση τα παραπάνω, η παρούσα έρευνα, στηριζόμενη στις υπάρχουσες γνώσεις, κάνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση της συνολικής αξιολόγησης της διαθεσιμότητας, της προσβασιμότητας και της ποιότητας των υπηρεσιών αντιμετώπισης της έμφυλης βίας που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του προσφυγικού και μεταναστευτικού πληθυσμού (γυναικών, ανδρών, κοριτσιών και αγοριών) και εξάγει προληπτικά συμπεράσματα και συστάσεις σχετικά με την κρατική ικανότητα απόκρισης στην έμφυλη βία υπό το φως της τρέχουσας μεταβατικής φάσης στην Ελλάδα.

Για να επιτευχθεί αυτό, στο πλαίσιο της έρευνας καταγράφηκαν οι απόψεις στελεχών κρατικών και μη κρατικών φορέων, καθώς και μελών της προσφυγικής κοινότητας και των ίδιων των ωφελούμενων. Σύμφωνα με την κεντρική σκόπευσή της, η έρευνα επιδιώκει τους παρακάτω στόχους:

1. Καλύτερη κατανόηση του νομικού, πολιτικού και διαδικαστικού πλαισίου που ρυθμίζει τις υπηρεσίες αντιμετώπισης και πρόληψης της έμφυλης βίας στην Ελλάδα, των τρόπων με τους οποίους παρέχονται στον προσφυγικό και στον μεταναστευτικό πληθυσμό (κορίτσια, αγόρια, γυναίκες, άνδρες), και τον εντοπισμό αναγκών που δεν καλύπτονται.

2. Χαρτογράφηση των υπαρχουσών υπηρεσιών πρόληψης και αντιμετώπισης έμφυλης βίας που παρέχονται από δημόσιους και μη κυβερνητικούς φορείς στην Ελλάδα, σε διάφορους τομείς και περιοχές, καθώς και καταγραφή περιφερειακών διαφοροποιήσεων στην Αττική, την Κεντρική Μακεδονία (Θεσσαλονίκη), την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (Έβρος) και το Βόρειο Αιγαίο (Λέσβος).

3. Αποσαφήνιση του υπάρχοντος συστήματος παραπομπών περιστατικών έμφυλης βίας και ανάλυση των τρόπων με τους οποίους χρησιμοποιούνται από τους εμπλεκόμενους φορείς στην πράξη, καθώς και εντοπισμός δυσκολιών, κωλυμάτων και κενών.

4. Αξιολόγηση των δυνατοτήτων και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και ασφάλειας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εντοπισμού, παραπομπών και διαχείρισης ενός περιστατικού έμφυλης βίας.

5. Εντοπισμός ορθών πρακτικών και/ή πρακτικών με δυνατότητες ευρύτερης εφαρμογής.

6. Εκτίμηση του κατά πόσο οι εμπλεκόμενοι φορείς κατανοούν τα εμπόδια και τους φραγμούς στην πρόσβαση και επηρεάζουν θετικά τις πολιτικές και τις διοικητικές πρακτικές, μέσω προτάσεων πολιτικής που βασίζονται σε στοιχεία από το πεδίο.

Ερευνητική ομάδα

Μαρία Λιάπη, Επιστημονικά Υπεύθυνη

Χρύσα Γιαννοπούλου, Κεντρική Ερευνήτρια

Θανάσης Τυροβολάς, Ερευνητής

Τζένη Κουντούρη – Τσιάμη, Ερευνήτρια

Στέλλα Σαράτση, Συντονίστρια

DOWNLOAD_EXECUTIVE SUMMARY_GREEK
DOWNLOD_EXECUTIVE SUMMARY_ENGLISH