Φτώχεια και κρίση του κοινωνικού κράτους

Posted by: Διοτίμα
Category: Νέα

Παρακάτω παρουσιάζουμε την εισήγηση της Μαρίνας Αγγελάκη Μέλους Δ.Σ Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας* στην Ανοικτή Δημόσια Συζήτηση για τη φτώχεια στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Αθήνα, Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

«Η Αμερική έχει πάρει το δρόμο της Ελλάδας» υποστήριζε προεκλογικά ο Μιτ Ρόμνευ ξεχνώντας, με ένα πολύ βολικό τρόπο, ότι η κρίση ξεκίνησε από την Αμερική και όχι από την Ελλάδα. Τμήμα της προτεινόμενης στρατηγικής του για την έξοδο από την κρίση ήταν και ο περιορισμός του κοινωνικού κράτους.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς η αντίληψη περί της συμβολής του κοινωνικού κράτους στην κρίση κάθε άλλο παρά περιθωριακή είναι. Με ποιο τρόπο όμως κατατάσσουμε μια δαπάνη ως «καλή» ή «χρήσιμη» και μια άλλη ως «κακή»;

Γιατί να πρέπει να θεωρηθούν για παράδειγμα ως βάρος οι κοινωνικές δαπάνες και όχι αυτές που σχετίζονται με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων ή οι αμυντικές δαπάνες; Μήπως τελικά οι υποστηρικτές των θέσεων αυτών έχουν ως μοναδικό σκοπό την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους;

Τι συμβαίνει ωστόσο την ίδια ώρα τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε αυτό των κρατών μελών της αναφορικά με το κοινωνικό κράτος και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο (ΕΚΜ) γενικότερα που –αν και συνιστά μια ασαφή πολλές φορές έννοια την ίδια στιγμή – αποτελεί αναμφισβήτητα τμήμα της «ευρωπαϊκής μας ταυτότητας»;

Το ΕΚΜ έχει όντως πεθάνει όπως υποστήριξε ο Μάριο Ντράγκι (πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) ή διέρχεται απλά μια (ακόμα) περίοδο κρίσης; Η συζήτηση άλλωστε περί της κρίσης του κοινωνικού κράτους δεν είναι νέα, αλλά υπάρχει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο μέχρι τώρα, η σταθερότητα των κρατών πρόνοιας δεν έμοιαζε να τίθεται υπό σοβαρή απειλή, αντιθέτως επέδειξαν προσαρμοστικότητα απέναντι στις προκλήσεις, ενώ σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις παρατηρήθηκε και επέκτασή τους.

Η συζήτηση γύρω από τη δημιουργία μιας κοινωνικής Ευρώπης και τη θέσπιση πανευρωπαϊκών κοινωνικών πολιτικών ξεκίνησε μαζί με τη σύσταση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Τα βήματα ήταν βέβαια μικρά, ιδιαίτερα αν τα συγκρίνουμε με την πορεία της οικονομικής ολοκλήρωσης, ωστόσο όχι αμελητέα. Βήματα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας κοινής ταυτότητας (την οποία οι Ευρωπαίοι αρέσκονται να αντιδιαστέλουν προς αυτή των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας ή της Κίνας) και η οποία περιλαμβάνει κοινές αξίες (όπως –μεταξύ άλλων– αυτών της αλληλεγγύης, της κοινωνικής συνοχής, της ισότητας των ευκαιριών, τον κοινωνικό διάλογο).

Το πιο αποφασιστικό ίσως βήμα στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας Κοινωνικής Ευρώπης έμοιαζε να υλοποιείται το 2000 μέσω της «Στρατηγικής της Λισαβόνας» και την ανάδειξη της κοινωνικής διάστασης ως ισότιμης της οικονομικής και περιβαλλοντικής. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν γρήγορα.

Η αποτυχία αποτυπώθηκε και αριθμητικά το 2010 «ευρωπαϊκό έτος για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού» με την ΕΕ/27 να αριθμεί 115 εκατ. άτομα (ή 23.4% του πληθυσμού) να βιώνουν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, 3 εκατ. (ή 27.7% του πληθυσμού) στην περίπτωση της Ελλάδας βάσει των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Την ίδια στιγμή, η κρίση έφερνε στο φως τη γύμνια των ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών (οικονομικών και κοινωνικών) και εν τέλει την ανετοιμότητα της Ευρώπης. Όπως ήταν αναμενόμενο, η κυοφορούμενη «Ευρώπη 2020» δεν πρόλαβε να δει το φως. Αντιθέτως, η συζήτηση σε επίπεδο ΕΕ κυριαρχείται και περιστρέφεται γύρω από έννοιες όπως δημοσιονομική προσαρμογή, λιτότητα, περικοπές.

Το παράδοξο είναι δε ότι η συζήτηση αυτή γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία χρειαζόμαστε περισσότερο και όχι λιγότερο κοινωνικό κράτος. Η Ευρώπη στοιχειώνεται πλέον από το φάντασμα του χρέους, βάζοντας τις οικονομίες των κρατών της στη μέγγενη και εξαθλιώνοντας τους πολίτες της.

Η εικόνα της ΕΕ είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Τι συμβαίνει όμως σε επίπεδο κρατών μελών; Σχηματικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την κρίση σε δυο περιόδους: η πρώτη περιλάμβανε τη στήριξη των τραπεζών, ενώ η δεύτερη επηρέασε το κοινωνικό κράτος. Ενώ ωστόσο αρχικά το τελευταίο φάνηκε να αντιστέκεται, προστατεύοντας μέσω των δομών του τους πολίτες, η πίεση πλέον έχει αυξηθεί σημαντικά. Η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών έχει προβεί στη λήψη μέτρων με στόχο τον περιορισμό των ελλειμμάτων και τον εφησυχασμό των διεθνών αγορών.

Οι επιπτώσεις της κρίσης στο κοινωνικό κράτος είναι ιδιαίτερα εμφανείς και επώδυνες στην περίπτωση της Ελλάδας. Οι συνέπειες της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους αποτυπώνονται με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο στις σχετικές στατιστικές, και με ακόμα σκληρότερο στις ζωές και την καθημερινότητα όλων μας.

Το σύστημα των συντάξεων αποτέλεσε ένα από τα πρώτα θύματα της μνημονιακής πολιτικής. Όπως αναφέρεται στο Μνημόνιο, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος θα συνέβαλε –σε συνδυασμό με λοιπά μέτρα– στη δημοσιονομική προσαρμογή.

Παρά το γεγονός ότι οι προκλήσεις με τις οποίες βρίσκονταν αντιμέτωπο το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης καθιστούσαν αναγκαία την ανάληψη μιας μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας (η σχετική συζήτηση είχε άλλωστε ξεκινήσει μέσω της σύστασης της Επιτροπής Σοφών και του σχετικού πορίσματος που αυτή κατέθεσε) σοβαρά ερωτήματα εγείρονται σε σχέση με την μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία του 2010.

Ειδικότερα, η έμφαση της παρέμβασης στον περιορισμό των δαπανών εγείρει σημαντικά ζητήματα ως προς τη μελλοντική επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών, ενώ η αύξηση της ανεργίας, οι επιπτώσεις του PSI στα περιουσιακά στοιχεία των ταμείων και η εισφοροδιαφυγή σε συνδυασμό με την αδυναμία καταβολής των εισφορών θέτουν (εκ νέου) ερωτήματα σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα του συστήματος (και την αποτελεσματικότητα εν τέλει της παρέμβασης).

Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να δρα χωρίς ένα συνολικό σχέδιο, με μοναδικό πλέον γνώμονα την περιστολή των δαπανών, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις λοιπές παρεμβάσεις οι οποίες περιορίζονται αποκλειστικά στη μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών.

Στο σημείο αυτό, και καθώς στη δημόσια συζήτηση γίνονται πολύ συχνά αναφορές στα παραδείγματα κρατών της Λατινικής Αμερικής αξίζει να επισημανθεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο που αναδεικνύεται στο βιβλίο των Huber and Stephens (2012). Στο βιβλίο αυτό για τη φτώχεια και την ανισότητα στη Λατινική Αμερική, οι συγγραφείς αφιερώνουν ένα κεφάλαιο στις χώρες της Νότιας Ευρώπης (κατά κύριο λόγο στην Ισπανία και την Πορτογαλία) σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσουν τους λόγους εκείνους που οδήγησαν τις χώρες της Νότιας Ευρώπης να κάνουν το σημαντικό αυτό άλμα προς τα εμπρός σε αντίθεση με αυτές της Λατινικής Αμερικής, παρά το γεγονός ότι στις αρχές τη δεκαετίας του 1970 οι διαφορές ως προς τις δομές του κοινωνικού κράτους δεν ήταν σημαντικές.

Οι συγγραφείς αναδεικνύουν τρεις παράγοντες στην ανάλυσή τους αυτή: τη σταθερότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος, τη δύναμη της αριστεράς και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ένταξη ειδικότερα των χωρών στην ΕΕ έγινε κατανοητή σαν μια προσπάθεια προσέγγισης του επιπέδου κοινωνικής προστασίας των λοιπών περισσότερων ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών (όπως συνέβη στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1980 με την επέκταση του κοινωνικού κράτους) έχοντας ως πρότυπο το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, το μοντέλο το οποίο ο κ. Ντράγκι θεωρεί τελειωμένο. Αντιθέτως, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής μοιάζουν να προσεγγίζουν το υπολειμματικό μοντέλο των ΗΠΑ.

Δεν υπάρχει πεδίο άλλο από αυτό των συντάξεων στο οποίο να γίνεται περισσότερο εμφανής η διαφορά στην πορεία μεταξύ των κρατών της Νότιας Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Ενώ στη Λατινική Αμερική της δεκαετίας του 1980 κυριαρχούν νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις με στόχο την ολική ή μερική ιδιωτικοποίηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων, το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, παρά την ύπαρξη αντίστοιχων προκλήσεων σε επίπεδο δημογραφίας και βιωσιμότητας των συστημάτων τους.

Την ίδια στιγμή, πρόσφατο δημοσίευμα στον κυριακάτικο τύπου αναφέρεται σε σκέψεις για εφαρμογή σχημάτων ελάφρυνσης του χρέους που έχουν εφαρμοστεί σε χώρες της Αφρικής. Ας ελπίσουμε ότι το νέο μοντέλο στο οποίο προσβλέπει η Ελλάδα δεν είναι αυτό της Αφρικής…

Κλείνω με την ευχή η σημερινή δημόσια συζήτηση να αποτελέσει τη δική μας κραυγή για την προάσπιση μιας Κοινωνικής Ευρώπης που εμπνέεται από τις αρχές της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.