φωτογραφία με γυναίκα που κρατάει πλακάτ "blame the system not the victim" που πλαισιώνει άρθρο για μια καταγγέλλουσα που βρέθηκε κατηγορούμενη
Από καταγγέλλουσα, κατηγορούμενη
Το μήνυμα που εκπέμπεται σε κάθε επιζώσα είναι: «Αν καταγγείλεις, κινδυνεύεις να βρεθείς εσύ κατηγορούμενη».

Όταν μια γυναίκα που καταγγέλλει βιασμό βρίσκεται τελικά η ίδια καταδικασμένη για «ψευδή καταμήνυση», δεν βλέπουμε μια μεμονωμένη δικαστική κρίση, αλλά την επιβεβαίωση της θεσμικής κακοποίησης που ασκεί η ποινική δικαιοσύνη στα θύματα έμφυλης βίας.

Όπως αποτυπώνει ανάγλυφα η Επιτροπή GREVIO (Mid-term Horizontal Review, 2022),το ίδιο το σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός δευτερογενούς θυματοποίησης και διαδικασία κατά την οποία «Τα θύματα σεξουαλικής βίας περιγράφονται ως τα πλέον επανα-τραυματισμένα […], με ορισμένα να θεωρούν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ως “δεύτερη επίθεση” και να αισθάνονται ότι τα ίδια βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου».

Αυτός ο θεσμικός επαν-τραυματισμός και η μετατροπή της καταγγέλλουσας σε κατηγορούμενη συνδέονται με τις εξής διαστάσεις:

  • Το αναχρονιστικό νομικό πλαίσιο και την εμμονή στη σωματική βία:

Το ποινικό σύστημα διατηρεί ορισμούς που απαιτούν τη χρήση σωματικής βίας ή εξαναγκασμού αντί να προστατεύουν τη σεξουαλική αυτοδιάθεση. Όπως επισημαίνει η GREVIO (4th General Report, 2023), «επειδή οι νόμοι που βασίζονται στη χρήση βίας αντανακλούν μεγαλύτερη μέριμνα για τον κατηγορούμενο παρά για το θύμα, καθώς και την εμμένουσα πεποίθηση ότι οι ψευδείς καταγγελίες βιασμού γίνονται εύκολα αλλά αποδεικνύονται δύσκολα, αυτό είχε αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη των κανόνων απόδειξης και των δικονομικών διαδικασιών».

  • Την δικονομική ανεπάρκεια και την απουσία έμφυλης οπτικής

Όταν δικαστές, εισαγγελείς και αστυνομικές αρχές στερούνται εξειδικευμένης εκπαίδευσης, η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα ευαισθητοποίησης, βαθιά εμπεδωμένα στερεότυπα και έλλειψη εξειδικευμένων πρωτοκόλλων, που καταλήγουν σε πλημμελή θεμελίωση των υποθέσεων και υπερβολική εξάρτηση από τη μαρτυρία του θύματος ως κύριο αποδεικτικό στοιχείο (GREVIO, 2022), την οποία στη συνέχεια το σύστημα αποδομεί.

  • Την πατριαρχική μετάθεση της ευθύνης στο θύμα/ στην επιζώσα

Τα παραδοσιακά μοντέλα αντιπροσωπεύουν πεποιθήσεις και πρακτικές που βασίζονται στην ιδέα ότι οι γυναίκες και οι θηλυκότητες είναι οι φορείς των «ηθικών προτύπων» της κοινωνίας, καλλιεργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο οι δράστες σεξουαλικής βίας απαλλάσσονται και ως εκ τούτου η ευθύνη για τη βία μετατίθεται στα θύματα (GREVIO, 2023).

Όταν η θεσμική καχεκτικότητα, η έλλειψη δομών ολιστικής υποστήριξης και η ποινική κατανόηση του βιασμού με όρους «αναγκαστικής βίας» μετατρέπουν την αμφισβήτηση μιας καταγγελίας σε ποινική δίωξη της επιζώσας, το σύστημα δικαιοσύνης παύει να απονέμει δικαιοσύνη. Περιφρουρεί τα πατριαρχικά στερεότυπα, απαλλάσσει τους δράστες και στέλνει ένα τρομακτικό μήνυμα σε κάθε γυναίκα και σε κάθε θηλυκότητα: «Αν καταγγείλεις, θα βρεθείς εσύ κατηγορούμενη».

Με βάση τα παραπάνω, σε θεσμικό επίπεδο καταρχάς είναι αναγκαίο να αλλάξει η νομοθεσία για τον βιασμό. Όπως σημειώνεται στην Έκθεση της GREVIO (GREVIO Baseline Evaluation ReportGreece, 2023), στο ελληνικό δίκαιο, τα εγκλήματα κατά της σεξουαλικής [γενετήσιας] ελευθερίας τυποποιούνται ποινικά μέσα από διαφορετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Το Άρθρο 336 προβλέπει έναν διπλό ορισμό για το έγκλημα του βιασμού. Ο ένας ορισμός ( αρ. 336 παρ.1) περιγράφει ένα κακούργημα, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και απαιτεί τη χρήση σωματικής βίας ή την απειλή σοβαρού και αμέσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας. Ο δεύτερος ορισμός (αρ. 336 παρ.4) συνιστά μια «ηπιότερη» μορφή βιασμού, η οποία καλύπτει κάθε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεση του θύματος και επισείει ποινή κάθειρξης έως 10 έτη.[1]

Είναι αναγκαίο δηλαδή από το μοντέλο της διττής προσέγγισης (two-tiered approach), η νομοθεσία να τροποποιηθεί προκειμένου να κατοχυρωθεί η καταφατική συναίνεση (affirmative consent), στο πλαίσιο της οποίας «μόνο το ναι, είναι και σημαίνει ναι», προβλέποντας την εκούσια/ελεύθερη συμμετοχή και των δύο ή όλων των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου οι σεξουαλικές πράξεις να μην συνιστούν ποινικό αδίκημα.

Εκτός όμως από την αλλαγή της νομοθεσίας απαιτούνται άμεσα ολοκληρωμένα και μακράς πνοής προγράμματα ευαισθητοποίησης και επαγγελματικής κατάρτισης για τη σεξουαλική βία, καθώς και προγράμματα εξειδικευμένης εκπαίδευσης για τις αρχές επιβολής του νόμου, στους εισαγγελείς και τους δικαστές, με στόχο να ενισχυθεί η έμφυλη κατανόηση αυτής της μορφής βίας, και να αρθούν τα βαθιά εμπεδωμένα στερεότυπα και οι πατριαρχικές αντιλήψεις και να γίνει κατανοητό ότι οι σχέσεις εξουσίας διαμορφώνουν (και) τη σεξουαλικότητα

Επίσης απαιτούνται κατευθυντήριες γραμμές και εξειδικευμένα πρωτόκολλα που θα διασφαλίζουν στην πράξη τον σεβασμό και την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων ανεξαιρέτως των θυμάτων, καθώς επίσης και την προστασία τους από δευτερογενή θυματοποίηση και επανατραυματισμό σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας.

[1] Ενώ στον ΠΚ υπάρχουν και άλλα δύο άρθρα που αφορούν τη σεξουαλική βία. Το Άρθρο 338 το οποίο καλύπτει τη σεξουαλική πράξη σε βάρος προσώπου ανίκανου να αντισταθεί και το Άρθρο 343 που ποινικοποιεί τις σεξουαλικές πράξεις που τελούνται με κατάχρηση θέσης εξουσίας.

share

πρόσφατα άρθρα

Μετάβαση στο περιεχόμενο