Εισήγηση της Ντιάνας Μάνεση, συνεργάτριας-ερευνήτριας στο Κέντρο Διοτίμα, με τίτλο «Μια κριτική επιστημολογία του φύλου: Από την ευγονική στη βιολογία της πολλαπλότητας» στην εκδήλωση της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων της Ιατρικής ΕΚΠΑ, σε συνεργασία με τον Σύλλογο Φοιτητών Ιατρικής Αθηνών «Γρ. Λαμπράκης» και τον Όμιλο Ρητορικής Ιατρικής Αθηνών. Διαβάστε όλο το κείμενο.
Εισαγωγή
Ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης -«Γεννιέσαι ή γίνεσαι;»-είναι μια εσκεμμένη πρόκληση. Παραφράζει τη θρυλική φράση της Σιμόν ντε Μποβουάρ, αλλά τη μετατρέπει σε ερώτημα διαζευκτικό: φύση ή κουλτούρα; βιολογία ή κοινωνία;
Η θέση που θα υποστηρίξω είναι ότι αυτή ακριβώς η διάζευξη δεν είναι μια ουδέτερη μεθοδολογική επιλογή. Είναι ένα ιστορικά συγκεκριμένο επιστημολογικό κατασκεύασμα, με συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία – ένα κατασκεύασμα που έχει κοστίσει ακριβά: σε γυναίκες, σε ίντερσεξ ανθρώπους, σε τρανς ανθρώπους, σε φυλετικοποιημένα σώματα.
Δεν μιλώ εναντίον της βιολογίας και της ιατρικής. Μιλώ εναντίον μιας ορισμένης μεταφυσικής της βιολογίας – μιας μεταφυσικής που διαβάζει το σώμα ως ουσία, ως φέρον μιας προγλωσσικής αλήθειας που η επιστήμη απλώς αποκαλύπτει. Όπως υποστήριξε η Donna Haraway, η επιστημονική γνώση δεν είναι ποτέ «το θεϊκό τέχνασμα του να βλέπει κανείς τα πάντα από το πουθενά», είναι πάντοτε μερική, εντοπισμένη, ενσώματη. Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη βιολογία, χρειαζόμαστε καλύτερη.
Η αρχαιολογία του «βιολογικού φύλου»
Ο Thomas Laqueur, στο Making Sex, δείχνει ότι για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια στη Δυτική ιατρική παράδοση κυριαρχούσε αυτό που ονομάζει το μοντέλο του ενός φύλου. Το γυναικείο σώμα δεν ήταν άλλο από το αρσενικό, ήταν μια ιεραρχικά κατώτερη εκδοχή του. Ο κόλπος ήταν ένα ανεστραμμένο πέος, οι ωοθήκες εσωτερικοί όρχεις, η μήτρα ένα όσχεο που δεν είχε «κατέβει» λόγω ανεπαρκούς ζωτικής θερμότητας.
Δεν επρόκειτο για εκκεντρική θεωρία. Ο Βεζάλιος, ο Φαλλόπιος -οι μεγαλύτεροι ανατόμοι της Αναγέννησης- όταν ανέτεμναν γυναικεία σώματα, «έβλεπαν» συστηματικά εσωτερικά πέη. Αυτό είναι ένα κρίσιμο επιστημολογικό μάθημα: η παρατήρηση δεν είναι ποτέ αθώα. Βλέπουμε ό,τι το θεωρητικό μας πλαίσιο μάς επιτρέπει να δούμε.
Το πέρασμα στο μοντέλο των δύο φύλων δεν προκλήθηκε από κάποια συγκεκριμένη επιστημονική ανακάλυψη. Δεν υπήρξε ένα πείραμα που να απέδειξε τα δύο φύλα. Συνέβη όταν, με τον Διαφωτισμό και τις αστικές επαναστάσεις, το πατριαρχικό επιχείρημα της θεϊκής ιεραρχίας έχασε την πειστικότητά του.
Σκεφτείτε το παράδοξο: η ίδια εποχή που διακηρύσσει την οικουμενική ισότητα είναι και η εποχή που ανακαλύπτει εκ νέου τη βιολογική ασυμμετρία των φύλων. Αυτό δεν είναι σύμπτωση – είναι λειτουργικό. Όταν η ισότητα γίνεται φιλοσοφικό αξίωμα, οι παλιές ιεραρχίες χρειάζονται μια νέα δικαιολόγηση. Δεν μπορούν πια να λένε «έτσι το θέλει ο Θεός». Πρέπει να πουν «έτσι το θέλει η φύση». Όπως γράφει ο Laqueur, «η αλήθεια της βιολογίας αντικατέστησε τις θεϊκά καθορισμένες ιεραρχίες ως βάση για τη δημιουργία και διανομή της εξουσίας στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών».
Το «βιολογικό φύλο», όπως το γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι μια ανακάλυψη – είναι μια ιστορική κατασκευή του 18ου και 19ου αιώνα, με συγκεκριμένη πολιτική λειτουργία: τη νατουραλιστική θεμελίωση των ιεραρχιών την ίδια ακριβώς στιγμή που η νομιμοποίησή τους μέσω της αυθεντίας έπαυε να είναι δυνατή.
Βιοεξουσία και ευγονική
Ο Foucault περιέγραψε τη μετάβαση από την κυριαρχική εξουσία στη βιοεξουσία -την εξουσία του να διαχειρίζεται τη ζωή- που λειτουργεί ως πειθαρχία του ατομικού σώματος και ως βιοπολιτική του πληθυσμού. Η σύγχρονη ιατρική είναι η κατεξοχήν θεσμική εκδήλωση αυτής της βιοεξουσίας. Όπως δείχνει η Anne Fausto-Sterling, η ιατρική δεν είναι απλώς ένας τομέας που μελετά το σώμα, είναι ένας τομέας που το παράγει – που καθορίζει ποιο σώμα μετρά ως φυσιολογικό και ποιο ως παθολογικό, ποιο ως αρσενικό και ποιο ως θηλυκό.
Εδώ ερχόμαστε στο πιο σκοτεινό κεφάλαιο: τη γενεαλογική σύνδεση της σύγχρονης βιοϊατρικής με το ευγονικό κίνημα. Δεν πρόκειται για εξωτερική «μόλυνση» μιας ουδέτερης επιστήμης. Πρόκειται για συστατική σχέση. Η σύγχρονη αναπαραγωγική βιολογία, η ενδοκρινολογία, η γενετική, ακόμα και η στατιστική των βιοϊατρικών μελετών γεννήθηκαν σε άμεση συνομιλία με την ευγονική.
Ο Sir Francis Galton -ξάδερφος του Δαρβίνου, πατέρας τόσο της λέξης «ευγονική» όσο και της σύγχρονης μαθηματικής στατιστικής- επινόησε την κανονική κατανομή, τον συντελεστή συσχέτισης και την έννοια της παλινδρόμησης ακριβώς για να μπορεί να σχεδιάσει προγράμματα ελεγχόμενης αναπαραγωγής. Τα στατιστικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε σήμερα στις τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες έχουν αυτή ακριβώς τη γενεαλογία.
Δεν είναι σύμπτωση ότι οι ίδιες ιατρικές εγκαταστάσεις που αναζητούσαν την «ορμονική ουσία» του αρσενικού και του θηλυκού στις δεκαετίες του 1920 και 1930 ήταν ταυτόχρονα οι εγκαταστάσεις που αναζητούσαν τη «βιολογική βάση» της φυλετικής κατωτερότητας. Όπως δείχνει η Val Plumwood, οι δυϊσμοί λειτουργούν σε σειρές: αρσενικό/θηλυκό, νους/σώμα, πολιτισμένος/πρωτόγονος. Η αναζήτηση της βιολογικής ουσίας του φύλου ήταν, ιστορικά, αδιαχώριστη από την αναζήτηση της βιολογικής ουσίας της φυλής.
Φεμινιστική επιστημολογία της βιολογίας
Η φεμινιστική κριτική στη βιολογία δεν είναι απόρριψη της επιστήμης. Είναι το αντίθετο: απαίτηση για ισχυρότερη αντικειμενικότητα – αυτό που η Sandra Harding ονομάζει strong objectivity. Παραθέτω τέσσερις θέσεις-κόμβους.
Πρώτον: εντοπισμένη γνώση. Η Donna Haraway αρνείται τόσο τον αφελή θετικισμό όσο και τον ριζικό σχετικισμό. Στη θέση τους προτείνει την ιδέα της εντοπισμένης, μερικής, ενσώματης γνώσης. Ο επιστήμονας δεν είναι ένα μάτι από το πουθενά, είναι ένα συγκεκριμένο σώμα σε μια συγκεκριμένη ιστορική θέση. Η αναγνώριση αυτής της εντόπισης δεν αδυνατίζει την επιστήμη – την ισχυροποιεί.
Δεύτερον: η επιτελεστικότητα του φύλου. Η/το Judith Butler, στο Gender Trouble (1990), προτείνει μια ριζική αναδιατύπωση: το κοινωνικό φύλο δεν είναι κάτι που είμαστε, είναι κάτι που κάνουμε – όχι μία φορά, αλλά ξανά και ξανά. Το φύλο είναι μια «στυλιζαρισμένη επανάληψη πράξεων»: χειρονομιών, στάσεων του σώματος, τρόπων ομιλίας, ντυσίματος, βαδίσματος. Δεν υπάρχει κάποια έμφυλη ουσία που προϋπάρχει αυτών των πράξεων, αντιθέτως, η ίδια η εντύπωση μιας εσωτερικής, πυρηνικής έμφυλης ταυτότητας είναι αποτέλεσμα, όχι αιτία, αυτής της επαναληπτικής επιτέλεσης.
Σκεφτείτε το ως εξής: ένα νεογέννητο δεν έχει κοινωνικό φύλο. Από τη στιγμή που ο γιατρός ή η μαία θα ανακοινώσει «είναι κορίτσι», ξεκινά μια διά βίου διαδικασία εγκόλπωσης και «κοριτσοποιήσης» -ρούχα, παιχνίδια, χρώματα, προσδοκίες, διορθώσεις («τα κορίτσια δεν κάθονται έτσι»), επαίνους και επιπλήξεις- μέσα από την οποία το σώμα μαθαίνει να «κάνει» τη θηλυκότητα. Η θηλυκότητα και η αρρενωπότητα δεν είναι, λοιπόν, εκδηλώσεις μιας προ-κοινωνικής βιολογικής ουσίας, είναι κοινωνικά κανονιστικά ιδεώδη, στα οποία τα σώματα εκπαιδεύονται να προσεγγίσουν, και τα οποία -ακριβώς επειδή απαιτούν αδιάκοπη επανάληψη για να φαίνονται φυσικά- ποτέ δεν ενσωματώνονται πλήρως.
Εδώ βρίσκεται και η πιο ριζοσπαστική κίνηση της/του Butler, που σας ενδιαφέρει άμεσα ως κοινότητα της ιατρικής: η κατάρρευση της ίδιας της διάκρισης sex/gender. Η συμβατική φεμινιστική διατύπωση -«το βιολογικό φύλο είναι φυσικό, το κοινωνικό φύλο είναι κατασκευασμένο»- αφήνει ανέπαφο το βιολογικό φύλο ως προ-λογική βάση.
Η/το Butler αντιστρέφει τη σχέση: αν το «βιολογικό φύλο» εμφανίζεται πάντοτε ήδη μέσα σε λόγους, ταξινομήσεις και θεσμικές πρακτικές που το κατασκευάζουν ως δυαδικό, τότε το βιολογικό φύλο «ήταν εξαρχής κοινωνικό φύλο, με αποτέλεσμα η διάκριση μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου να αποδεικνύεται καμία διάκριση». Όταν ο/η γιατρός γράφει «Θ» ή «Α» στο πιστοποιητικό γέννησης, δεν καταγράφει απλώς ένα φυσικό γεγονός: εγκαθιδρύει ένα κοινωνικό-νομικό-ιατρικό καθεστώς που θα ρυθμίζει το σώμα διά βίου. Συνδέεται άμεσα με τη θέση της Karen Barad ότι η υλικότητα του σώματος είναι ενδο-δραστηριακή: ύλη και λόγος δεν είναι ξεχωριστά πεδία που συναντιούνται εκ των υστέρων – συγκροτούνται μαζί.
Τρίτον: οι μεταφορές κατασκευάζουν τα δεδομένα. Η ανθρωπολόγος Emily Martin ανέλυσε πώς τα ιατρικά εγχειρίδια περιέγραφαν τη γονιμοποίηση: το σπερματοζωάριο ως ηρωικός πολεμιστής που «εισβάλλει», το ωάριο ως παθητικό, αναμένον. Όταν, στη δεκαετία του 1980, ερευνητές παρατήρησαν ότι το ωάριο ενεργά συλλαμβάνει το σπερματοζωάριο μέσω μικρολαχνών, η ανακάλυψη είχε καθυστερήσει σχεδόν ογδόντα χρόνια – οι μικρολάχνες είχαν τεκμηριωθεί ήδη από το 1895. Κανείς δεν τις είχε μελετήσει σοβαρά γιατί δεν χωρούσαν στην αφήγηση της παθητικής γυναικείας φύσης. Παρομοίως, η περιγραφή της εμμηνόπαυσης ως «αποτυχίας» των ωοθηκών είναι η γλώσσα της εργοστασιακής κατάρρευσης, παρόμοιες φυσιολογικές διαδικασίες σε όργανα που η ιατρική θεωρεί ουδέτερα δεν περιγράφονται ποτέ έτσι.
Τέταρτον: η κατάρρευση της ουσιοκρατικής νευροεπιστήμης. Η νευροεπιστήμονας Gina Rippon, στο The Gendered Brain (2019), εισάγει τον όρο neurosexism για να περιγράψει μια ολόκληρη ερευνητική παράδοση που, εδώ και δύο αιώνες, «ανακαλύπτει» τις βιολογικές βάσεις της γυναικείας κατωτερότητας με τα εργαλεία της εκάστοτε εποχής: τη χαρτογράφηση του κρανίου τον 19ο αιώνα, το βάρος του εγκεφάλου στις αρχές του 20ού, το μέγεθος του μεσολοβίου στη δεκαετία του 1980, σήμερα τις λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες. Σε κάθε εποχή, τα ευρήματα συμπτωματικά επιβεβαιώνουν τα στερεότυπα της εποχής. Και σε κάθε εποχή, μια γενιά αργότερα, καταρρέουν.
Η μελέτη της Daphna Joel και των συνεργατών της (PNAS, 2015), σε πάνω από 1.400 εγκεφάλους, έδειξε ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα μωσαϊκό χαρακτηριστικών – δεν υπάρχει διακριτή κατηγορία «αντρικού» ή «γυναικείου» εγκεφάλου. Οι εγκέφαλοι των οποίων όλα τα χαρακτηριστικά βρίσκονται σταθερά στο «αντρικό» ή στο «γυναικείο» άκρο του φάσματος αποτελούν την εξαίρεση, όχι τον κανόνα. Σε αυτό προσθέστε ένα κρίσιμο εύρημα: ο εγκέφαλος είναι πλαστικός. Όποιες έμφυλες διαφορές βρίσκουμε σε ενήλικες εγκεφάλους δεν μπορούν a priori να ερμηνευτούν ως αιτίες της έμφυλης συμπεριφοράς – ενδέχεται κάλλιστα να είναι αποτέλεσμα δεκαετιών διαφοροποιημένης κοινωνικοποίησης. Η/το Butler και η Joel, παρά τη διαφορά πεδίου, λένε εν τέλει το ίδιο πράγμα: το έμφυλο σώμα είναι αποτέλεσμα διαδικασιών, όχι η αιτία τους.
Παρόμοια, η Cordelia Fine, στο Testosterone Rex (2017), δείχνει ότι η τεστοστερόνη δεν είναι κανένας μονοδιάστατος ρυθμιστής της αρρενότητας. Τα επίπεδά της μεταβάλλονται όταν ένας άντρας γίνεται πατέρας, όταν κρατά ένα μωρό που κλαίει, ακόμα και όταν η αγαπημένη του ομάδα χάνει στο γήπεδο. Η τεστοστερόνη δεν είναι το αίτιο της επιθετικής συμπεριφοράς, είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμά της.
Όλες αυτές οι αναλύσεις συγκλίνουν σε αυτό που η Lynda Birke αποκαλεί «βιολογία ως γίγνεσθαι» και η Deboleena Roy «μοριακή φεμινιστική»: μια προσέγγιση που παίρνει σοβαρά την υλικότητα του σώματος -με τις ορμόνες, τα γονίδια, τα κύτταρά του- αλλά αρνείται να το θεωρήσει ως σταθερή ουσία.
Η βία της δυαδικότητας: τα ίντερσεξ σώματα
Καμία θεωρητική συζήτηση για το φύλο και την ιατρική δεν μπορεί να αγνοήσει αυτό που η ιατρική κοινότητα έχει κάνει -και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να κάνει- στα ίντερσεξ παιδιά. Από τη δεκαετία του 1950, η κυρίαρχη ιατρική προσέγγιση στα παιδιά που γεννιούνται με σώματα που δεν χωρούν στις δυαδικές κατηγορίες ήταν επείγουσας χειρουργικής επέμβασης. Οι λόγοι ήταν κοινωνικοί, όχι ιατρικοί: ο κίνδυνος δεν ήταν για τη ζωή, ήταν η ασάφεια – και τον κίνδυνο αυτό όφειλαν τα νυστέρια να τον εξαλείψουν.
Με τους όρους του Foucault: το ίντερσεξ σώμα δεν θεραπεύεται, κανονικοποιείται. Επιβάλλεται σε αυτό μια κανονικότητα που το ίδιο δεν έχει ζητήσει. Η Fausto-Sterling το διατυπώνει ξεκάθαρα: η νεογνική κλειτοριδοπλαστική είναι καλλωπιστική χειρουργική, που γίνεται για να επιτευχθεί ένα κοινωνικό αποτέλεσμα.
Η περίπτωση της Cheryl Chase, ιδρύτριας της Διεθνούς Οργάνωσης Ίντερσεξ (ISNA), είναι παραδειγματική. Γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στους δεκαοκτώ μήνες υποβλήθηκε σε πλήρη κλειτοριδεκτομή. Οι γονείς της κατέστρεψαν τις φωτογραφίες της, της άλλαξαν το όνομα. Μόνο στα είκοσι τρία της κατάφερε να μάθει την αλήθεια. Η περίπτωσή της δεν είναι μοναδική, είναι κανόνας.
Σύμφωνα με την επισκόπηση της Fausto-Sterling, περίπου 1,7% του πληθυσμού γεννιέται με κάποια μορφή ίντερσεξ παραλλαγής – ποσοστό συγκρίσιμο με τους κοκκινομάλληδες. Δεν μιλάμε για ακρότητα, μιλάμε για βασικό γεγονός της ανθρώπινης βιολογικής ποικιλότητας. Στη συστηματική ανασκόπηση κλινικών μελετών κλειτοριδοπλαστικής, σε δύο από εννέα μελέτες δεν αναφέρονται καν τα κριτήρια επιτυχίας, σε τέσσερις τα κριτήρια είναι αμιγώς καλλωπιστικά, και μόνο μία λαμβάνει υπόψη την ψυχολογική υγεία ή την μακροχρόνια έκβαση. Σε καμία περίπτωση δεν θα ανεχόμασταν μια καρδιοχειρουργική μελέτη που να κρίνει την επιτυχία της μόνο με βάση το πώς φαίνεται η τομή.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε αυτή την ιστορία ως ιστορία ιατρικής βίας. Όχι κακών προθέσεων – οι περισσότεροι κλινικοί ενεργούσαν με την πεποίθηση ότι βοηθούν. Αλλά καλές προθέσεις δεν αρκούν όταν η κοινωνική απαίτηση για δυαδικότητα έχει μεταμφιεστεί σε ιατρική αναγκαιότητα.
Η Annemarie Mol, στο The Body Multiple, μας δίνει το επιστημολογικό πλαίσιο: ακόμα και σε μια μοναδική νοσηρή κατάσταση, το σώμα δεν είναι ποτέ ένα. Είναι «περισσότερα από ένα, λιγότερα από πολλά». Το «βιολογικό φύλο» είναι ένας συντονισμός μεταξύ διαφορετικών πραγματώσεων: χρωμοσωμικά, γοναδικά, ορμονικά, ανατομικά, εγκεφαλικά, βιωματικά. Η δυαδικότητα δεν είναι βιολογική αλήθεια, είναι ένα κοινωνικό-θεσμικό κατασκεύασμα συντονισμού.
Τρανς υπάρξεις και μανιφέστο για μια πολλαπλή βιολογία
Η ίδια ουσιοκρατική λογική επεκτείνεται και στην κλινική αντιμετώπιση των τρανς σωμάτων. Όταν η ιατρική επιμένει ότι το «αληθινό φύλο» καθορίζεται από κάποιον μυστικό βιολογικό δείκτη -χρωμοσώματα, γονάδες, ορμόνες, εγκεφαλικές δομές-εφαρμόζει στα τρανς σώματα την ίδια λογική που εφάρμοσε στα ίντερσεξ. Η Sandy Stone, στο μανιφέστο της The Empire Strikes Back: A Posttranssexual Manifesto, δείχνει πώς η ιατρική απαίτηση από τα τρανς άτομα να «περάσουν» – να μην είναι ποτέ ορατά ως τρανς, να εξαφανίσουν την ιστορία τους- λειτουργεί ως μηχανισμός σιωπής που εξυπηρετεί τη δυαδικότητα, όχι την ευημερία των ανθρώπων. Η Stone προτείνει αντ’ αυτού να σκεφτούμε τα τρανς σώματα όχι ως ανωμαλίες προς εξήγηση, αλλά ως κείμενα – ως ζωντανά παραδείγματα της δυνατότητας του σώματος να ξανα-σημανθεί.
Επιτρέψτε μου να κλείσω με πέντε προτροπές – όχι ως τέλος, αλλά ως αρχή για μια ιατρική που τιμά το όνομά της ως επιστήμη της ζωής.
Πρώτον – επιστημολογική ταπεινότητα. Ας εγκαταλειφθεί η ουσιοκρατική ιδέα ότι υπάρχει ένα «αληθινό βιολογικό φύλο» κρυμμένο μέσα στο σώμα. Δεν υπάρχει. Υπάρχουν χρωμοσώματα, ορμόνες, γονάδες, εγκεφαλικά μωσαϊκά – και αυτά μπορούν να συν-υπάρχουν σε πολυάριθμους συνδυασμούς. Η δυαδικότητα είναι στατιστική απλούστευση, όχι βιολογική ουσία.
Δεύτερον – απαγόρευση των μη συναινετικών επεμβάσεων. Να σταματήσουν αμέσως οι μη συναινετικές καλλωπιστικές χειρουργικές επεμβάσεις σε ίντερσεξ νεογνά. Η σωματική ακεραιότητα είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Στην Ελλάδα, ο νόμος 4958/2022 απαγορεύει τις μη ιατρικά αναγκαίες επεμβάσεις «κανονικοποίησης» φύλου σε ίντερσεξ παιδιά πριν από την ηλικία των 15 ετών.
Τρίτον – υποστηρικτική, όχι ανακριτική φροντίδα. Οι τρανς υπάρξεις δεν είναι διαγνωστικά προβλήματα προς επίλυση. Η τρανς ταυτότητα δεν χρειάζεται «επικύρωση» από εξωτερικό βιολογικό δείκτη. Στην Ελλάδα, ο νόμος 4491/2017 αναγνώρισε τη νομική κατοχύρωση της ταυτότητας φύλου χωρίς να απαιτεί προηγούμενη ιατρική παρέμβαση – αν και η κλινική πρακτική για τις ίδιες τις επεμβάσεις παραμένει εξαρτημένη από ψυχιατρικές γνωματεύσεις και ανύπαρκτη μέσω του δημόσιου συστήματος.
Τέταρτον – γενεαλογική ειλικρίνεια. Ας αντιμετωπιστούν με ιστορική ειλικρίνεια οι ευγονικές ρίζες της σύγχρονης βιοϊατρικής. Η αναγνώριση της ιστορίας δεν είναι αυτοκαταγγελία, είναι ο μόνος τρόπος για να μην την επαναλάβουμε. Η νέα γενιά γιατρών χρειάζεται να διδαχθεί όχι μόνο τη φυσιολογία αλλά και την κοινωνική και πολιτική ιστορία της φυσιολογίας.
Πέμπτο – μια βιολογία της πολλαπλότητας. Όχι μια βιολογία που αρνείται την υλικότητα -η υλικότητα είναι όντως εκεί, με τις ορμόνες, τα κύτταρα, τα όργανά της-αλλά μια βιολογία που, με τους όρους της Birke, της Roy και της Mol, αναγνωρίζει ότι αυτή η υλικότητα είναι από τη φύση της πλούσια, μεταβαλλόμενη, σε διαρκές γίγνεσθαι. Μια ιατρική που σπουδάζει τα σώματα όπως είναι -σε όλη τους την ποικιλομορφία- και όχι όπως οι κατηγορίες μας τα θέλουν.
Επίλογος
Η ερώτηση «γεννιέσαι ή γίνεσαι» έχει, μετά από όλα αυτά, μόνο μια έντιμη απάντηση: η διάζευξη είναι ψευδής. Όλα τα σώματα -γυναικεία, αντρικά, ίντερσεξ, τρανς, non-binary- είναι ταυτόχρονα γεννημένα και γινόμενα. Είναι, με τους όρους της Mol, πολλαπλά. Με τους όρους της Haraway, εντοπισμένα. Με τους όρους της/του Butler, επιτελεστικά.
Η βιολογία και η ιατρική του 21ου αιώνα οφείλει να τιμήσει αυτή την πολυπλοκότητα. Όχι παρά τη βιολογία και την ιατρική, αλλά χάρη σε αυτήν -όταν τη διαβάζουμε καλά, με ιστορική επίγνωση των βλαβών που έχει προκαλέσει όταν τη διαβάσαμε κακώς, και με την ταπεινότητα της Haraway: αναγνωρίζοντας ότι κάθε γνώση είναι μερική, εντοπισμένη, ενσώματη – και ακριβώς γι’ αυτό υπεύθυνη.
Το διακύβευμα δεν είναι, λοιπόν, να αντικαταστήσουμε τη βιολογία με την κουλτούρα ή την ιατρική με την κοινωνιολογία. Είναι να εγκαταλείψουμε ένα συγκεκριμένο μεταφυσικό σχήμα -αυτό που τοποθετεί από τη μία πλευρά τη «φύση» ως σταθερό υπόστρωμα και από την άλλη την «κοινωνία» ως μεταβλητή επιφάνεια- και να αναγνωρίσουμε ότι το σώμα είναι από τη γέννησή του ταυτόχρονα ύλη και νόημα, χρωμοσώματα και λόγος, ορμόνη και θεσμός. Ακριβώς γι’ αυτό η κλινική πράξη δεν είναι ποτέ ουδέτερη: είναι ένας τόπος όπου παράγεται, όχι απλώς αναγνωρίζεται, η αλήθεια του σώματος.
Μια καλύτερη ιατρική είναι δυνατή. Μια ιατρική που δεν φοβάται την ποικιλότητα. Μια ιατρική που δεν χρειάζεται να ακρωτηριάσει σώματα για να επιβεβαιώσει τις κατηγορίες της. Μια ιατρική άξια του ονόματός της ως επιστήμη της ζωής, σε όλη της την πολλαπλότητα.
