Διοτίμα > Νέα > Νέα > Εισήγηση| Για τα γυναικεία σώματα στις καμπάνιες κατά του trafficking

Εισήγηση| Για τα γυναικεία σώματα στις καμπάνιες κατά του trafficking

Posted by: Διοτίμα
Category: Νέα

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μέρος της εισήγησης της Άννας  Βουγιούκα (κοινωνική επιστημόνισσα – εμπειρογνώμονας για θέματα φύλου, Κέντρο Διοτίμα) από την παρουσίαση του συλλογικού τόμου «Έμφυλη Βία – Βία κατά των Γυναικών» αφιερωμένου στη μνήμη της Καίτης Παπαρρήγα – Κωσταβάρα. Η εισήγηση αφορά  το άρθρο της Ματίνας Παπαγιαννοπούλου «Τα γυναικεία σώματα στις καμπάνιες κατά της διεθνικής σωματεμπορίας: μοτίβα ενός ηχηρού βλέμματος και μιας αόρατης παραμόρφωσης»

Στο άρθρο, με τον ευρηματικό τίτλο, η συγγραφέας εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης κατά του trafficking κατασκευάζουν και αναπαράγουν έμφυλα στερεότυπα και έμφυλη βία, θέτοντας τα σημαντικά ζητήματα που την απασχολούν: τη σχέση των πρακτικών λόγου (discourse practices) με την εξουσία και τη γνώση, το δεδομένο ότι η γνώση δεν επιτυγχάνεται ανεξάρτητα και πριν από τη χρήση της, αλλά μέσω της σύνδεσής της με τη δημιουργία εξουσίας, το δεδομένο ότι δεν υφίσταται σχέση εξουσίας χωρίς τη συγκρότηση ενός καθεστώτος αλήθειας (Φουκώ, 1987).

Φέρνοντας στο προσκήνιο το γεγονός ότι υπάρχουν φορές που η κανονικοποίηση των αναπαραστάσεων γίνεται σε τέτοιο βαθμό και ένταση που δημιουργεί την εντύπωση ή και βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει άλλη  πραγματικότητα από αυτήν που απεικονίζεται.

Λογοοπτικές κατασκευές

Η Παπαγιαννοπούλου θέτει στο επίκεντρο της μελέτης της τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα οπτικοποίησης μετουσιώνεται σε πραγματικές δομές και σχέσεις στην περίπτωση της διεθνικής σωματεμπορίας των γυναικών.

Και κυρίως για να φέρει στο φως ότι όλα αυτά συνυπάρχουν με αυτό που ο Μπαχτσετζής (2017), αντλώντας από τους Gilles Deleuze και Félix Guattari ονομάζει λογοοπτικές κατασκευές (logocular), οι οποίες, στο πλαίσιο των εκάστοτε στόχων του νεοφιλελευθερισμού εγγράφουν τη γνώση, τη γλώσσα ελέγχου και την εξουσία στα μεταναστευτικά σώματα μέσω μιας διπολικής, διμορφικής εναλλασσόμενης προοπτικής του «θύματος» και του «εγκληματία» (Καμπούρη, 2013).

Η εμπορία γυναικών με σκοπό τη σεξουαλική και οικονομική εκμετάλλευση (sex trafficking), που έχει γίνει το παγκόσμιο σύμβολο, ίσως είναι το πιο εμβληματικό παράδειγμα των έμφυλων ανισοτήτων και ακριβώς ως τέτοιο έχει προσελκύσει την  κοινωνική προσοχή, και πλέον αποτελεί μέρος του δημόσιου λόγου.

Από το 2000 και μετά, δηλαδή μετά την ψήφιση του Πρωτοκόλλου του Παλέρμο,[1] έχει δημιουργηθεί ένα ολοένα αυξανόμενο πλαίσιο ανησυχίας για το έγκλημα αυτό  που καθιστά το trafficking ευρέως ορατό από το ευρύ κοινό αλλά σχεδόν αποκλειστικά από τις αναπαραστάσεις που παράγουν τα ίδια τα ΜΜΕ.

Καμπάνιες ενημέρωσης

Τι διαπιστώνει από τη μελέτη της η συγγραφέας; Ότι η κύρια πηγή των κοινωνικών αναπαραστάσεων για το trafficking είναι οι καμπάνιες ενημέρωσης που σε συνδυασμό με τον επιστημονικό λόγο και τον μηχανισμό (apparatus) κατά του trafficking των κυβερνητικών, διακυβερνητικών οργανισμών και των ΜΚΟ αποτελούν τους φορείς πρωταρχικού προσδιορισμού (primary definers) του φαινομένου.

Και όχι μόνο αναπαριστούν τον κόσμο της διεθνικής σωματεμπορίας αυτοί οι ετερογενείς σχηματισμοί εξουσίας, αλλά τον συγκροτούν, τον περιγράφουν και τον ερμηνεύουν, κατασκευάζοντας τα υποκείμενα της διεθνικής σωματεμπορίας.

Αυτό που επίσης παρατηρείται είναι η διόγκωση των στοιχείων,  η έμφαση στα πιο τρομακτικά παραδείγματα, η κανονικοποίηση μιας συγκεκριμένης εκδοχής της ιστορίας για το trafficking και ένα «αφήγημα» που περιέχει απολύτως αναξιόπιστα στατιστικά δεδομένα, επιλεκτικές, διχοτομικές και απλουστευμένες αναπαραστάσεις.

Η θέαση της βίας

Ο μηχανισμός κατά του trafficking εστιάζει σε συγκεκριμένες μορφές εμπορίας (π.χ. sex trafficking), σε συγκεκριμένους τύπους θυμάτων (μόνο γυναίκες και παιδιά) και αγνοεί τις εμπειρίες των ίδιων των υποκειμένων, ενώ δεν επισημαίνονται οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που τροφοδοτούν αυτές τις παραβιάσεις, ο αντίκτυπος των πολιτικών διαχείρισης της μετανάστευσης, οι κατασταλτικές πρακτικές, οι συνοριακοί έλεγχοι και βέβαια όπως πολύ εύστοχα σημειώνει η συγγραφέας, δεν επισημαίνεται η δημιουργία ηθικών πανικών που όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη μείωση των μετακινήσεων των πληθυσμών αλλά καθιστούν μετανάστριες και μετανάστες ακόμα πιο ευάλωτες και ευάλωτους.

Η Παπαγιαννοπούλου εξετάζει επίσης τους λόγους για τους οποίου το sex trafficking είναι προσανατολισμένο στη θέαση της βίας και στην οπτική αναπαράσταση των δεινών που αυτό συνεπάγεται, καλώντας μας να αναρωτηθούμε ποιος έχει το «δικαίωμα του βλέμματος» (Ντεριντά και Στιγκλέρ, 1998), αλλά και για την αθωότητα των απεικονίσεων που προβάλλονται ως η «αλήθεια».

Κυρίως όμως μας καλεί να δούμε πώς η κυρίαρχη αφήγηση ορίζει το «πρόβλημα» που οφείλεται στην μετανάστευση, κατευθύνοντας έτσι το βλέμμα και την κατανόησή μας στα θύματα και στους δράστες και όχι στις δομικές διαστάσεις του φαινομένου.

Ο «ανθρωπισμός των διασημοτήτων»

Η Παπαγιαννοπούλου εξετάζει επίσης πώς ο «ανθρωπισμός των διασημοτήτων» αποδυναμώνει την πολυπλοκότητα του ζητήματος και των πιθανών λύσεων, και παράλληλα συντείνει στην (ανα-)παραγωγή μιας νεοαποικιοκρατικής αφήγησης για τα δυτικά έθνη ως τόπους φιλανθρωπίας και γενναιοδωρίας,  αποπολιτικοποιώντας την παγκόσμια οικονομία και παρουσιάζοντας τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως φιλόστοργο και ανθρωπιστικό (Kapoor 2013).

Σε όλες τις αναπαραστάσεις των ΜΜΕ και των σχετικών εκστρατειών, η έμφαση δίνεται στη σεξουαλική εκμετάλλευση, κυρίως διότι η συγκεκριμένη μορφή εμπορίας ευαισθητοποιεί πιο εύκολα το κοινό. Η έμφαση αυτή είναι ιδιαιτέρως προβληματική, καταρχάς διότι οδηγεί στην υποεκπροσώπηση άλλων μορφών εμπορίας ανθρώπων, συσκοτίζοντας ότι στην πραγματικότητα τα περισσότερα άτομα διακινούνται για εργασιακή εκμετάλλευση. Κατά δεύτερον και κυρίως διότι μέσω των κυρίαρχων αναπαραστάσεων το trafficking ταυτίζεται με την  «παράνομη» μετανάστευση και την πορνεία.

Τα «ιδανικά θύματα»

Από την άλλη οι κυρίαρχοι λόγοι για το sex trafficking αφορούν: την αθωότητα των γυναικών και την ευαλωτότητά τους, τις ανησυχίες κατά της μετανάστευσης και την εξαπάτηση που θυματοποιεί τις γυναίκες, εξαλείφοντας παράλληλα την εμπρόθετη δράση τους από τις μορφές αναπαράστασης.

Το γενικευμένο στερεότυπο είναι: γυναίκα και νέα, εξαναγκασμένη και απρόθυμη να εκτελέσει την εργασία που επιτελεί. Με τον τρόπο αυτό οι γυναίκες συγκροτούν τα «ιδανικά θύματα» (Christie, 1986), επειδή θεωρούνται περιθωριοποιημένες, ευάλωτες και αθώες (Moeller, 1999∙ Höijer, 2004).

Τα «ιδανικά θύματα» απαιτούνται ως πολιτισμική κατασκευή λόγω της αυξανόμενης εμπορευματοποίησης των ανθρωπιστικών οργανώσεων και εκστρατειών στην  προσπάθεια για διασφάλιση υποστήριξης και κεφαλαίων για τους σκοπούς τους (Stolic, 2014).

Ωστόσο ιδανικά θύματα είναι μόνο εκείνα που μπορούν να ακουστούν, όχι όλα, μιας και κάποια θύματα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για βοήθεια, είτε επειδή η κακοποίησή τους ελαχιστοποιείται, είτε επειδή δεν θεωρείται αρκετά τραυματική (Lamb, 1999, σελ. 114).

Ο διακινητής, το αντίπαλο δέος

Ο διακινητής/ trafficker από την άλλη, είναι το αντίπαλο δέος/ το πολικό αντίθετο του θύματος, ο «μεγάλος και κακός», μια σκιερή, μυστηριώδης, ισχυρή φιγούρα, συχνά αρσενική. Από την κυρίαρχη αφήγηση απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενη σχέση θύματος και διακινητή και στο γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός διακινητών στο παρελθόν έχουν οι ίδιοι/-ες τύχει διακίνησης και εκμετάλλευσης (De Shalit κ.ά., 2014).

Οι καταναλωτές σεξουαλικής εργασίας, οι «πελάτες», αναφέρονται σε πολύ λιγότερες εκστρατείες (O’Brien, 2016) και μόνον περιστασιακά θεωρούνται υπεύθυνοι για τη σεξουαλική εκμετάλλευση.

Αντικειμενικοποίηση των σωμάτων

Μια επιπλέον λογοθετική πρακτική είναι η αντικειμενικοποίηση των διακινούμενων γυναικών μέσω της απεικόνισης των σωμάτων τους ως παθητικών και σεξουαλικοποιημένων αντικειμένων (Andrijasevic, 2007), που είναι παγιδευμένες, ανίκανες να ξεφύγουν, και που αναγκάζονται να προβαίνουν σε σεξουαλικές πράξεις (Stiles, 2012, ). Το αποκάτω κείμενο δηλαδή, σύμφωνα με τη συγγραφέα,  απαιτεί ένα παθητικό, αδύναμο και τραυματισμένο σώμα που είναι προτιμότερο να επιστρέψει στον «εξιδανικευμένο» οικιακό του χώρο.

Οι κριτικές φεμινιστικές αναλύσεις έχουν αναδείξει ότι η φιγούρα του «θύματος» εμποδίζει τη συζήτηση για την εργασιακή επισφάλεια που αποτελεί παγκόσμιο δεδομένο και τις διαστάσεις της οικονομικής βίας, και αποσιωπάται η μεταναστευτική οργάνωση των γυναικών.

Σεξουαλική δουλεία

Επιπλέον η ταύτιση της μετανάστευσης για σεξουαλική εργασία με τη σεξουαλική δουλεία, αναδεικνύει μια κυρίαρχη ρητορική που απεικονίζει τις γυναίκες στη βιομηχανία του σεξ ως ακούσιες μετανάστριες, αποκρύβοντας έτσι τόσο την πραγματικότητα των μεταναστευτικών σχεδίων των γυναικών όσο και το γεγονός ότι η σεξουαλική εργασία, για ορισμένες από αυτές, συνιστά μια δραστηριότητα δημιουργίας εισοδήματος (Kapur, 2005).

Εν κατακλείδι αυτό που πραγματεύεται και κατά τη γνώμη μου τεκμηριώνει με άρτιο και ιδιαιτέρως αιχμηρή ματιά και ανάλυση η Παπαγιαννοπούλου είναι το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος χώρος αναπαράστασης (οι καμπάνιες ευαισθητοποίησης) επεξεργάζονται και παράγουν εργαλειακά και επιτελεστικά ένα βλέμμα που μετατοπίζεται από την πραγματικότητα της εμπορίας ανθρώπων ως θέαμα σε αυτές/ αυτούς που το χρειάζονται πραγματικά.

«Η προδοσία των εικόνων»

Όπως λέει στο τελευταίο μέρος του άρθρου της η Παπαγιαννοπούλου με τίτλο «η προδοσία των εικόνων» είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα μεταναστευτικά σώματα βιώνουν βία. Ωστόσο θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε ότι η ευαλωτότητα αυτή είναι αποτέλεσμα της αυστηροποίησης της συνοριακής εισόδου, της επισφαλοποίησης της γυναικείας και μεταναστευτικής εργασίας, καθώς και των καθεστώτων μετανάστευσης και απέλασης.

Η απεικόνιση της εμπορίας ανθρώπων όχι μόνο οδηγεί στην αδυναμία κατανόησης των εμπειριών των γυναικών, εφόσον εν τέλει οι πραγματικές ιστορίες των γυναικών δεν είναι καθόλου εκεί, αλλά επιπλέον συμβάλλει στην απουσία μέτρων που θα λαμβάνουν (ως οφείλουν) υπόψη τις διασταυρώσεις και την αλληλοσυγκρότηση φύλου, φυλής, εθνικότητας και τάξης.

Η Παπαγιαννοπούλου στο τέλος μας κλείνει το μάτι, δίνοντας ένα διαφορετικό νόημα στην προδοσία των εικόνων, παραπέμποντάς μας σε αυτά που λέει η Mulvey (2005) ως μια αναστοχαστική κριτική αντίστασης: «το θέαμα είναι τρωτό. Όσο περίπλοκα κι αν έχει σχεδιαστεί, αρκεί μια χούφτα ανθρώπων για να το αποδιοργανώσει και να φέρει το χάος σε μια φαινομενικά απρόσβλητη διοργάνωση. Το θέαμα ετοιμάζεται μόνο και μόνο για παθητικούς θεατές.» Και μας καλεί να μην είμαστε παθητικοί/ -ές θεατές/θέατριες!

[1] Νόμος 3875/2010 ΦΕΚ 158/A/20-9-2010 – Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και των τριών Πρωτοκόλλων αυτής και συναφείς διατάξεις. (3ο) Πρωτόκολλο για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Διακίνησης Προσώπων, Ιδιαίτερα Γυναικών και Παιδιών, που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος.

 

Διαβάστε και κατεβάστε ολόκληρη την εισήγηση