Διοτίμα > Νέα > Δελτία Τύπου > ΔΤ | Tο Κέντρο Διοτίμα για το σ/ν για το οικογενειακό δίκαιο

ΔΤ | Tο Κέντρο Διοτίμα για το σ/ν για το οικογενειακό δίκαιο

Posted by: Διοτίμα
Category: Δελτία Τύπου, Νέα

Εκ μέρους του Κέντρου Διοτίμα εκφράζουμε την αντίθεσή μας στις «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων και άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου», τη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης που τέθηκε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση.

Αρχικά διότι αγνοήθηκαν συστηματικά οι γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας οι οποίες ουδέποτε κλήθηκαν σε διάλογο, παρά τις προτάσεις και παρεμβάσεις που έθεσαν στη δημόσια ατζέντα.

Παράλληλα το Υπουργείο Δικαιοσύνης αγνόησε δημόσιες τοποθετήσεις και παρεμβάσεις έγκριτων νομικών, ενεργών δικηγόρων με μακρά εμπειρία σε θέματα οικογενειακού δικαίου, καθηγητριών και καθηγητών των ΑΕΙ (νομικής, συνταγματικού δικαίου, κοινωνικών επιστημών, κ.λπ.) που αμφισβητούν κατά πόσον πράγματι εξυπηρετούν το συμφέρον του παιδιού οι ρυθμίσεις που εισάγονται, επιλέγοντας να συνομιλήσει αποκλειστικά με «συλλόγους μπαμπάδων».

Όπως έχουμε δηλώσει και σε προηγούμενη δημόσια τοποθέτησή μας (21/12/2020), η όποια μεταρρύθμιση που διατείνεται ότι ενθαρρύνει την κοινή γονική ευθύνη θα πρέπει πρωτίστως να στοχεύει στην εξάλειψη και όχι την αναπαραγωγή των έμφυλων στερεοτύπων και ρόλων, στη βάση των οποίων θεμελιώνονται έμφυλες διακρίσεις και ανισότητες.

Ας μην λησμονούμε ότι η έννοια της γονικής μέριμνας ως καθήκον και υποχρέωση των γονέων που ασκείται από κοινού, καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου το 1983, θεσπίζοντας με αυτόν τον τρόπο την νομοθετική κατάργηση της πατρικής εξουσίας ως αποκλειστικό δικαίωμα του άνδρα/ πατέρα».

Σε αντίθεση με το υπό ψήφιση σχέδιο νόμου με το οποίο μπορεί να μην προωθείται εν τέλει η υποχρεωτική «συνεπιμέλεια», ωστόσο εισάγεται και τονίζεται η υποχρεωτικότητα της συν-απόφασης των γονέων και της ενίσχυσης της σχέσης του τέκνου με τον άλλον γονέα, χωρίς επιπλέον να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο, σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας, να εκθέσει σε επαναθυματοποίηση μητέρες και τέκνα.

Επιπλέον, η προϋπόθεση της αμετάκλητης καταδίκης του γονέα για ενδοοικογενειακή βία κλπ. για να περιοριστεί ή αποκλειστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του ή για να τεκμαίρεται η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας τελεί σε ευθεία σύγκρουση με τον Ν. 3500/2006 και τον Ν. 4135/2018 (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που προβλέπουν τη δυνατότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων μη επικοινωνίας (μη προσέγγισης της κατοικίας των σχολείων και των εκπαιδευτηρίων των τέκνων κλπ.) ήδη από το αρχικό στάδιο της υποβολής της καταγγελίας για ενδοοικογενειακή βία κατά του κακοποιητικού γονέα.

Η υποχρεωτική συν-απόφαση των γονέων, που με διάφορους τρόπους ιδρύεται μέσα από τα άρθρα του νομοσχεδίου για πολλά θέματα τα οποία μέχρι πρότινος επιλύονταν από τον/την γονέα που έχει την επιμέλεια, σε περιπτώσεις συγκρουσιακής σχέσης των γονέων θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα και θα αυξήσει την συχνότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη,  εξαντλώντας  οικονομικά  και καταβάλλοντας ψυχικά τον/την γονέα που έχει την επιμέλεια, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δύναμη να αναθρέψει το παιδί του/της, αλλά και με πιθανό αποτέλεσμα την αποτροπή εκ των προτέρων από ένα μελλοντικό διαζύγιο προς αποφυγή τέτοιων καταστάσεων.

Η συνθήκη αυτή θα επηρεάσει κυρίως τις μητέρες, οι οποίες στην προσπάθεια ανατροφής των τέκνων τους ως εργαζόμενες ή άνεργες με τις πενιχρές διατροφές που επιδικάζονται από τα δικαστήρια, την έλλειψη υποστήριξης από το Κράτος στις μονογονείς και τη δύσκολη (σε πολλές περιπτώσεις) σχέση με τον πρώην σύντροφό τους και σε άλλες περιπτώσεις ακόμη και τη βίαιη σχέση με αυτόν, θα κληθούν να αντεπεξέρχονται στις αυξημένες δικαστικές δικλείδες που παρέχει το παρόν νομοσχέδιο στον άλλο γονέα καθώς και στην ισορρόπηση της ζωής τους και της ζωής των παιδιών τους πάνω στο λεπτό σκοινί του «1/3 χρόνου επικοινωνίας».

Επιπλέον, παρά τη μαθηματική προσέγγιση και την ποσοτικοποίηση του χρόνου επικοινωνίας, απουσιάζει μία εξίσου μαθηματική προσέγγιση του ύψους της διατροφής, δηλαδή ένα τεκμήριο διατροφής υπέρ του γονέα που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου, το οποίο θα αναμέναμε να συμπεριληφθεί, μετά την εξειδίκευση που επιχειρείται για άλλα δικαιώματα και νομικές έννοιες.

Είναι γνωστή η μεγάλη αντιδικία που δημιουργείται στις αίθουσες των δικαστηρίων για το ζήτημα του ύψους της διατροφής και της απόδειξης των εισοδημάτων και των εξόδων των δύο γονέων καθώς και των αναγκών του τέκνου, η οποία συχνά υπερβαίνει σε ένταση την αντιδικία για την ανάθεση της επιμέλειας και τη ρύθμιση της επικοινωνίας.

Αυτή η παράλειψη του νομοσχεδίου ενισχύει την εντύπωση της μονομερούς, από την πλευρά και τη θέση του γονέα-φορέα του δικαιώματος επικοινωνίας, αντιμετώπισης του οικογενειακού δικαίου και δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερους προβληματισμούς για την εφαρμογή του συνόλου των διατάξεων του νομοσχεδίου.

Η συνολικότερη προσέγγιση και το πνεύμα του σχεδίου νόμου σε συνδυασμό με μια σειρά πολύ προβληματικές ρυθμίσεις, καθιστούν σαφές ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και θεσμικές κατοχυρώσεις όπως οι αλλαγές και μετατοπίσεις στους έμφυλους  ρόλους, η νομική κατοχύρωση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών, η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, αλλά και οι αυστηρές συστάσεις της Επιτροπής GREVIO για την Παρακολούθηση και Εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (N. 4531/2018).

Παρά τις εξαγγελίες ότι η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης θα διαπνέεται από τις αρχές της ισότητας των φύλων, το παρόν σχέδιο νόμου δεν επιδιώκει ούτε την άρση των πατριαρχικών αντιλήψεων για την οικογένεια ούτε και τη συμπεριληπτικότητα των νέων μορφών οικογένειας καθώς δεν διευρύνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στη γονεϊκότητα, με συμπερίληψη της τεκνοθεσίας από ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, και αναγνώριση των ίδιων δικαιωμάτων σε γονείς παιδιών που αποκτήθηκαν τόσο εντός όσο και εκτός γάμου.

Ένα σύγχρονο και συμπεριληπτικό Οικογενειακό Δίκαιο απαιτεί την αναγνώριση διαφορετικών μοντέλων οικογένειας πέραν του πυρηνικού/πατριαρχικού/ ετεροκανονικού και επιβάλλει την άσκηση πολιτικών πρόνοιας με ενίσχυση γονέων και τέκνων από εξιδεικευμένες κοινωνικές υπηρεσίες, και επιτέλους, τη θέσπιση Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση των σχετικών διαφορών με τρόπο που να διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.

Με βάση αυτά ζητούμε την απόσυρση του εν λόγω σχεδίου νόμου και την έναρξη ενός ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου με την επιστημονική κοινότητα,  τις φεμινιστικές και γυναικείες οργανώσεις, την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, και εν γένει την κοινωνία των πολιτών, για την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου με στόχο την ισότητα των φύλων και την κοινωνική δικαιοσύνη στη βάση των δικαιωμάτων και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, αλλά και στη βάση της ανασημασιοδότησης της οικογενειακότητας και της γονεϊκότητας.

Αναλυτικότερα σχόλια και επισημάνσεις επί των άρθρων βλ. εδώ