Διοτίμα > Νέα > Νέα > Παρέμβαση του Κέντρου Διοτίμα στην Επιτροπή Ισότητας στη Βουλή

Παρέμβαση του Κέντρου Διοτίμα στην Επιτροπή Ισότητας στη Βουλή

Author:
Διοτίμα
Posted in:
Νέα
Comments:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Την Παρασκευή 22 Μαΐου 2020, το Κέντρο Διοτίμα συμμετείχε στη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του Ελληνικού Κοινοβουλίου, με θέμα : «Ενδοοικογενειακή βία στον καιρό του κορονοϊού: Οι γυναικείες οργανώσεις καταθέτουν την εμπειρία τους».

Στη συνεδρίαση συμμετείχαν 36 γυναικείες οργανώσεις. Εκ μέρους του Κέντρου Διοτίμα τοποθετήθηκαν η Άννα Βουγιούκα (κοινωνική επιστήμονας/ερευνήτρια) και η Μαρίνα Φαρμακίδη (δικηγόρος). Διαβάστε παρακάτω τις παρεμβάσεις τους:

Ανάγκη συνεργασίας θεσμικών φορέων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων
Άννα Βουγιούκα

Ευχαριστούμε την Επιτροπή για την πρωτοβουλία της να αναδείξει το σοβαρότατο ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, με τα χαρακτηριστικά που έλαβε εν μέσω πανδημίας COVID-19.

Από τη μεριά του Κέντρου Διοτίμα, θα αναφερθούμε κυρίως στον προσφυγικό πληθυσμό και ειδικότερα στα προβλήματα και τις ανάγκες των προσφυγισσών και μεταναστριών επιζωσών έμφυλης βίας, που υποστηρίζουμε την τελευταία χρονική περίοδο, σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Ένα ζήτημα που αναδείχθηκε αυτό το διάστημα αφορά το πλαίσιο υποστήριξης (προσφυγικών) πληθυσμών – θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, που κατοικούν σε τόπους διαμονής, που δεν έχουν σχέση με τη συνήθη έννοια της κατοικίας, όπως camp, hot spots, δομές φιλοξενίας.

Επιπλέον, υπήρξαν δυσκολίες που αφορούσαν την πρόσβαση προσφυγισσών/αιτουσών άσυλο σε δομές, σε συμβουλευτική υποστήριξη, σε ξενώνες. Ενδεικτικά αναφέρω τα εμπόδια που αντιμετώπισαν επιζώσες προσφύγισσες για τη φιλοξενία τους σε ξενώνες, λόγω της προϋπόθεσης να έχουν κάνει εκτός από τα απαιτούμενα και το τεστ για τον COVID-19.

Παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικά κενά και αδυναμίες, σε σχέση με τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες διερμηνείας, όπως και δυσκολίες στην κατάθεση μήνυσης στις Αστυνομικές Αρχές. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο αιτιολογικό έγγραφο για την έξοδο, δεν είχε συμπεριληφθεί η δυνατότητα μετάβασης στο Αστυνομικό Τμήμα για καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας.

Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες και τα κενά, είναι αναγκαίο να αναφέρουμε και μια σειρά καλές πρακτικές, που αναδείχθηκαν από τη συνεργασία μας με τα Συμβουλευτικά Κέντρα.

Αναφέρω δύο πρόσφατα παραδείγματα: Το πρώτο στη Λέσβο, όπου το Συμβουλευτικό Κέντρο της ΓΓΟΠΙΦ, διευκόλυνε την πρόσβαση προσφυγισσών επιζωσών στον ξενώνα, παρά την αρχική άρνηση κάλυψης του αιτήματος λόγω γεωγραφικού προσδιορισμού.

Επίσης, σε άλλη περίπτωση κινητοποιήθηκαν άμεσα η γραμμή 15900 και το Πολύκεντρο, σε συνεργασία με τα στελέχη και τους νομικούς της Διοτίμας, για την αντιμετώπιση ενός εξαιρετικά επείγοντος περιστατικού.

Η εμπειρία αυτής της περιόδου επίσης ανέδειξε ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η συνέργεια μεταξύ θεσμικών φορέων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, γεγονός που προτάσσει άλλωστε και σε μια σειρά σχετικά άρθρα ο ν.4531/2018 (Κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και της βίας κατά των γυναικών).

Η συνεργασία μεταξύ θεσμικών φορέων και ΜΚΟ είναι αναγκαία προκειμένου, ιδιαιτέρως σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους, να αξιοποιηθεί η εμπειρία του πεδίου από τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, να εντοπιστούν κενά και να σχεδιάσουμε λύσεις σε συνεργασία με τους δημόσιους φορείς.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ πολύ συνοπτικά στην επόμενη μέρα, τονίζοντας ότι απαιτούνται ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία από το δίκτυο δομών της ΓΓΟΠΙΦ, προκειμένου να έχουμε όσο το δυνατόν πιο σαφή εικόνα για την υφιστάμενη κατάσταση, τις ανάγκες, τις προκλήσεις και τις αδυναμίες, ώστε να μπορέσουμε να σχεδιάσουμε πιο συγκεκριμένα βήματα και πολιτικές για το επόμενο διάστημα.

Από την εμπειρία στο πεδίο
Μαρίνα Φαρμακίδη

Από την εμπειρία μας στο πεδίο αυτήν την περίοδο θα θέλαμε να επισημάνουμε τα παρακάτω:

  1. Την άμεση ανταπόκριση της ΓΓΟΠΙΦ στο αίτημα στέγασης που προβάλαμε για επιζώσα ενδοοικογενειακής βίας, ως καλή πρακτική.
  2. Το τεράστιο ζήτημα στέγασης που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν προσφύγισσες που δεν έχουν ταυτοτικά έγγραφα, οι οποίες δεν μπορούν να κάνουν τις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να εισέλθουν σε ξενώνα ή σε κάποια δομή φιλοξενίας. Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι διαρκούντων των προστατευτικών μέτρων δεν υπήρχε πρόσβαση στο σύστημα κατά προτεραιότητας καταγραφής στην Υπηρεσία Ασύλου ή στην υπηρεσία του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής για τη χορήγηση αδείας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, κατόπιν καταθέσεως μήνυσης για ενδοοικογενειακή βία. Σημειωτέον ότι αυτή η πρόσβαση δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί.
  3. Την πολύ μεγάλη δυσκολία εξεύρεσης διερμηνέων στα Αστυνομικά Τμήματα όταν προσέρχεται επιζώσα ενδοοικογενειακής βίας, που δεν μιλά την ελληνική, για υποβολή εγκλήσεως.
  4. Την αποθάρρυνση των επιζωσών ενδοοικογενειακής βίας από την υποβολή εγκλήσεως, σε κάποιες περιπτώσεις· πρακτική που εξακολουθεί να συμβαίνει και παρατηρήθηκε και στην περίοδο της πανδημίας, παρά την κινητοποίηση της ΓΓΟΠΙΦ, την ενεργή παρέμβαση της Ελληνικής Αστυνομίας και την ολοένα και μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των αστυνομικών. Θα πρέπει να τονισθεί ότι παρά το γεγονός ότι σε μία από τις περιπτώσεις αυτές η γυναίκα κατάφερε τελικώς να καταθέσει έγκληση, η αποθάρρυνση που έλαβε την πρώτη κρίσιμη στιγμή, που προσήλθε αυτοβούλως στο ΑΤ, λειτούργησε καθοριστικά στη μετέπειτα πορεία απομάκρυνσής της από τον σύζυγό και στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της.
  5. Την ανάγκη αξιοποίησης από τις αστυνομικές αρχές της δυνατότητας, ακόμη και αν δεν υποβληθεί τελικώς έγκληση στις περιπτώσεις που η γυναίκα υπαναχωρήσει, να μπορεί να ληφθεί έστω ένα αντίγραφο απλής καταγραφής του συμβάντος ή να απευθυνθούν συστάσεις, κάτι που πολλές φορές δεν έγινε και είχε αρνητικά επακόλουθα στη δικαστική προστασία της επιζώσας.
  6. Τα δικαστήρια δεν παρελάμβαναν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων παρά μόνον κατ’ εξαίρεση και κατ’ επιλογήν εφόσον ο/η Πρόεδρος έκρινε το εξαιρετικά επείγον της υποθέσεως. Προς αυτήν την κατεύθυνση διαπιστώσαμε ότι όταν υπήρχαν αντίγραφα εκ του βιβλίου συμβάντων της αστυνομίας του Μαρτίου ή Απριλίου 2020, ο/η Πρόεδρος Υπηρεσίας ήταν πρόθυμος/η να παραλάβει την αίτηση ασφαλιστικών και να τη δικάσει σε επίπεδο προσωρινής διαταγής. Καταδεικνύεται συνεπώς η σπουδαιότητα των αντιγράφων της αστυνομίας, που αναφέραμε παραπάνω.

Συμπληρωματικά τέλος θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης που μόλις ψηφίστηκε για την ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία των Οδηγιών (ΕΕ) 2016/800, 2017/1371, 2017/541, 2011/1919 κ.α., στο αρ. 64, αναφέρεται στην παραγραφή και μη εκτέλεση ποινών υφ’ όρον, και προβλέπει πως κύριες ποινές διάρκειας ως 6 μηνών ή χρηματικές ποινές ή παροχή κοινωφελούς εργασίας που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις που δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες ως την δημοσίευση του νόμου, και δεν έχουν εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται.

Δυστυχώς, στα πλημμελήματα του 3500/2006,  παρότι  απειλούνται ποινές μεγαλύτερες του ενός έτους είναι πολύ πιθανόν με την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων να πέσουν οι ποινές κάτω από τους  6 μήνες και επομένως θα παραγραφούν και δεν θα εκτελεστούν όσες ποινές έχουν επιβληθεί ως τη δημοσίευση του νόμου που είναι διάρκειας ως 6 μηνών και δεν είναι αμετάκλητες ούτε έχουν εκτιθεί, ενισχύοντας  έτσι την αίσθηση της ατιμωρησίας για τα πολύ σοβαρής απαξίας αδικήματα του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας.